Υπάρχουν κοινωνικές πραγματικότητες που δεν μπορούν να εξεταστούν αποσπασματικά. Η αδικία, όταν είναι συστημική, δεν είναι τυχαία ούτε μεμονωμένη· αποτελεί αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών και θεσμικών πρακτικών. Εκδηλώνεται σε πολλαπλά επίπεδα: στη στέγαση, στη διοίκηση, στην πολιτική ισότητα, στην ψηφιακή πρόσβαση και στην προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Για τους Ελληνοκύπριους (ΕΚ) πρόσφυγες, αυτή η πραγματικότητα είναι καθημερινή και φέρει σαφή σφραγίδα κρατικής ευθύνης.

Το πρώτο ζήτημα αφορά τις κρατικές πολυκατοικίες όπου διαμένουν πρόσφυγες. Πρόκειται για κτίρια που επί δεκαετίες αφέθηκαν να υποβαθμιστούν, σε αρκετές περιπτώσεις ετοιμόρροπα, χωρίς ανελκυστήρες και με σοβαρά προβλήματα ασφάλειας. Η σημερινή προσπάθεια αποκατάστασης, αν και αναγκαία, υλοποιείται συχνά με τρόπο που μεταφέρει σημαντικό κόστος στους ίδιους τους ενοίκους.

Σε αρκετές περιπτώσεις ζητούνται υψηλά ποσά από ανθρώπους που ήδη βρίσκονται σε ευάλωτη θέση, ενώ ταυτόχρονα καλούνται να εγκαταλείψουν προσωρινά τα σπίτια τους και να βρουν άλλη στέγη με δικά τους έξοδα. Το ερώτημα είναι προφανές: πώς μπορεί να θεωρείται ρεαλιστικό ότι άτομα σε ανάγκη μπορούν να ανταποκριθούν ταυτόχρονα σε έξοδα στέγασης και σε τόσο υψηλές οικονομικές υποχρεώσεις;

Σε άλλες περιπτώσεις, ευάλωτοι ΕΚ πρόσφυγες καλούνται να καταβάλουν σημαντικό μέρος του κόστους για εγκατάσταση ανελκυστήρων, παρότι διαμένουν επί χρόνια σε ορόφους χωρίς πρόσβαση. Αυτή η προσέγγιση δεν συνιστά κοινωνική πολιτική αλλά μετακύλιση κρατικής ευθύνης στους πολίτες. Το δικαίωμα στη στέγη αποδυναμώνεται αντί να προστατεύεται.

Παράλληλα, στο ζήτημα των τουρκοκυπριακών περιουσιών, οι αποφάσεις που λαμβάνονται συχνά επιτείνουν αντί να διορθώνουν τις ανισότητες. ΕΚ πρόσφυγες που αξιοποίησαν για δεκαετίες επαγγελματικά υποστατικά, επενδύοντας σημαντικά ποσά για τη λειτουργικότητά τους, καλούνται σήμερα να αντιμετωπίσουν υπερβολικές αυξήσεις ενοικίων, σε ορισμένες περιπτώσεις πολλαπλάσιες.
Οι επιλογές αυτές αγνοούν την πραγματική συμβολή των χρηστών και ακυρώνουν στην πράξη πολιτικές που στήριξαν χιλιάδες οικογένειες. Ένα εργαλείο αποκατάστασης μετατρέπεται έτσι σε μηχανισμό οικονομικής πίεσης.

Στο επίπεδο των πολιτικών δικαιωμάτων για τους ΕΚ πρόσφυγες του εξωτερικού μετά την τουρκική εισβολή, η εικόνα είναι επίσης ανησυχητική. Η στέρηση του δικαιώματος ψήφου, ο αποκλεισμός από στεγαστικές πολιτικές και η περιορισμένη πρόσβαση σε κοινωνικά επιδόματα συνιστούν μορφές διάκρισης που υπονομεύουν την ισοπολιτεία και δημιουργούν πολίτες δύο ταχυτήτων. Η δημοκρατία δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά.

Η ψηφιακή μετάβαση του κράτους αποτελεί ακόμη ένα πεδίο ανισοτήτων. Η έλλειψη ουσιαστικής υποστήριξης αποκλείει ηλικιωμένους, άτομα με αναπηρίες και ευάλωτους πολίτες. Για τους ΕΚ πρόσφυγες το πρόβλημα εντείνεται λόγω γεωγραφικής διασποράς και περιορισμένων δικτύων στήριξης. Πολλοί εξαρτώνται από συγγενείς ή τρίτους για βασικές συναλλαγές, ενώ συχνά δεν υπάρχει πλέον διαθέσιμο κοινωνικό δίκτυο στήριξης.

Στο ζήτημα της περιουσίας, οι διαδικασίες ενώπιον της λεγόμενης «Επιτροπής Αποζημιώσεων» στα κατεχόμενα συνοδεύονται από σοβαρούς κινδύνους, οδηγώντας πολλούς -ιδίως ηλικιωμένους- σε αποδοχή χαμηλών αποζημιώσεων λόγω ανάγκης και καθυστερήσεων. Παράλληλα, εγείρονται ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς στοιχεία ιδιοκτητών φαίνεται να καταλήγουν σε τρίτους, εντείνοντας τις πιέσεις για εκποίηση περιουσιών.

Η απουσία ενός οργανωμένου κρατικού μηχανισμού στήριξης αποτελεί σημαντικό κενό πολιτικής με σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες.

Συνολικά, διαμορφώνεται ένα σαφές μοτίβο: οι θεσμοί δεν αποτυγχάνουν απλώς να προστατεύσουν τους ΕΚ πρόσφυγες, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις συμβάλλουν στη διαιώνιση της αδικίας. Η εμπειρία του εκτοπισμού δεν ενσωματώνεται ουσιαστικά στον σχεδιασμό πολιτικής, ενώ η ευαλωτότητα αντιμετωπίζεται ως βάρος και όχι ως υποχρέωση προστασίας.

Το αποτέλεσμα είναι ένα κράτος που, αντί να λειτουργεί ως εγγυητής δικαιωμάτων, μετατρέπεται σε μηχανισμό μετακύλισης ευθυνών στους ίδιους τους πολίτες που οφείλει να προστατεύει.

Το ζήτημα, επομένως, δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς σε θεσμικές αδυναμίες ή διοικητικές δυσλειτουργίες. Αποτελεί πρωτίστως αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών και ιεραρχήσεων. Η διαχρονική αντιμετώπιση των ΕΚ προσφύγων δείχνει ότι η αδράνεια δεν είναι ουδέτερη· είναι πολιτική στάση. Η ανοχή της αδικίας και η μετακύλιση ευθυνών στους ίδιους τους πρόσφυγες συνιστούν συνειδητή επιλογή προτεραιοτήτων, που τους αφήνει στο περιθώριο της κρατικής μέριμνας.

*Πρόεδρος του Συνδέσμου Αμμοχώστου ΗΒ