Eνδιαφέροντα είναι τα στοιχεία, που καταγράφονται στο Προφίλ Υγείας 2021 της Κύπρου για το σύστημα υγείας της χώρας, μέσα από ευρήματα του 2020.

Από τα σημαντικότερα ευρήματα της Έκθεσης αποτελεί το γεγονός ότι η Κύπρος δαπανά λιγότερα για την υγεία απ’ ό,τι οι περισσότερες χώρες της ΕΕ, αφού το 2019 διατέθηκαν 1881 ευρώ κατά κεφαλήν για την υγεία, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο ήμισυ του μέσου όρου για το σύνολο της ΕΕ, ο οποίος είναι 3521 ευρώ. Ακόμη οι δαπάνες για υπηρεσίες πρόληψης (23 ευρώ κατά κεφαλήν) είναι πολύ χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος αντιστοιχεί σε 102 ευρώ, κατά κεφαλήν και σε μόλις 1,2% των δαπανών υγείας (έναντι 2,9% για το σύνολο της ΕΕ).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

 Η μακροχρόνια φροντίδα επίσης λαμβάνει χαμηλά επίπεδα χρηματοδότησης, τα οποία αντιστοιχούν σε 4,2% των τρεχουσών δαπανών υγείας, σε αντίθεση με τον πολύ υψηλότερο μέσο όρο (16%) σε ολόκληρη την ΕΕ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Έκθεση αναφέρεται και στην εφαρμογή του Γενικού Συστήματος Υγείας, σημειώνοντας ότι η Κύπρος κατόρθωσε να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις, που εξασφαλίζουν καθολική υγειονομική κάλυψη, παρά την πανδημία.

Όπως αναφέρεται, εφαρμόζοντας την πρώτη φάση του νέου Γενικού Συστήματος Υγείας τον Ιούνιο του 2019, ενοποιήθηκε ένα κατακερματισμένο σύστημα, που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, όπως, μεταξύ άλλων, η δυσαναλογία πόρων μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών παρόχων, υψηλές άμεσες ιδιωτικές πληρωμές, μεγάλες ανισότητες όσον αφορά την πρόσβαση, μεγάλες λίστες αναμονής και αναποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας συνολικά.

Επισημαίνεται ότι το νέο σύστημα χρηματοδοτείται από κρατικά έσοδα και εισφορές επί των μισθών, εισοδημάτων και συντάξεων. Στο πλαίσιο του νέου συστήματος, ορισμένες αρμοδιότητες του Υπουργείου Υγείας μεταβιβάστηκαν στον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας, ο οποίος αποτελεί τον μοναδικό αγοραστή υπηρεσιών τόσο από δημόσιους όσο και από ιδιωτικούς παρόχους. Ορισμένες άλλες αρμοδιότητες του Υπουργείου μεταβιβάστηκαν στον νέο Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας, ο οποίος είναι αρμόδιος για την ανάπτυξη, τη διαχείριση, τον έλεγχο και την εποπτεία νοσοκομείων και κέντρων υγείας του δημόσιου τομέα.

Οι συντονισμένες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες είχαν ως αποτέλεσμα την πλήρη λειτουργία του νέου συστήματος υγείας, παρά την πανδημία, από την 1η Ιουνίου 2020, ενώ το Υπουργείο Υγείας διαδραμάτισε επίσης κεντρικό ρόλο στον συντονισμό της αντιμετώπισης της πανδημίας COVID-19 στη χώρα.

– Η χρηματοδότηση για την υγεία χαρακτηρίζεται από υψηλές άμεσες ιδιωτικές πληρωμές, αλλά αυτό θα πρέπει να αλλάξει

Η Κύπρος δαπανά λιγότερα για την υγεία απ’ ό,τι οι περισσότερες χώρες της ΕΕ. Το 2019 διατέθηκαν 1881 ευρώ κατά κεφαλήν για την υγεία (προσαρμοσμένα ανάλογα με τις διαφορές στην αγοραστική δύναμη), ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο ήμισυ του μέσου όρου για το σύνολο της ΕΕ, ο οποίος είναι 3 521 EUR.

-Παρά τις σταδιακές αυξήσεις κατά την τελευταία δεκαετία, το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 7% του ΑΕΠ, ποσοστό το οποίο είναι σημαντικά χαμηλότερο από τον συνολικό μέσο όρο της ΕΕ της τάξης του 9,9 %.

-Επιπροσθέτως, μόλις 8% του κρατικού προϋπολογισμού δαπανήθηκε για την υγεία, έναντι 14% που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ.

-Οι δαπάνες για την πρόληψη στην Κύπρο είναι πολύ χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ

Η Κύπρος δαπανά 24% λιγότερο κατά κεφαλήν σε εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, 39 % λιγότερο σε ενδονοσοκομειακή περίθαλψη και 87% λιγότερο σε μακροχρόνια φροντίδα σε σύγκριση με τους μέσους όρους της ΕΕ.

 Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον μικρότερο συνολικό διαθέσιμο προϋπολογισμό για την υγεία· συνεπώς, ως ποσοστό των τρεχουσών δαπανών υγείας, οι δαπάνες για πιο δαπανηρές πτυχές της περίθαλψης —όπως η ενδονοσοκομειακή περίθαλψη και τα φάρμακα— είναι σχετικά υψηλές.

Το 2019 41% διατέθηκε για εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, ποσοστό το οποίο είναι από τα υψηλότερα στην ΕΕ, όπου ο μέσος όρος είναι 30%. Περίπου το 18% διατέθηκε για φάρμακα, ποσοστό που ισούται με τον μέσο όρο της ΕΕ (18 %), όμως σε απόλυτους όρους μεταφράζεται σε λίγο λιγότερο από 332 EUR κατά κεφαλήν —περίπου το ήμισυ του μέσου όρου για το σύνολο της ΕΕ.

 Οι δαπάνες για υπηρεσίες πρόληψης (23 EUR κατά κεφαλήν) είναι πολύ χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος αντιστοιχεί σε 102 EUR κατά κεφαλήν. Αντιστοιχούν σε μόλις 1,2% των δαπανών υγείας (έναντι 2,9 % για το σύνολο της ΕΕ). Η μακροχρόνια φροντίδα επίσης λαμβάνει χαμηλά επίπεδα χρηματοδότησης, τα οποία αντιστοιχούν σε 4,2 % των τρεχουσών δαπανών υγείας, σε αντίθεση με τον πολύ υψηλότερο μέσο όρο (16 %) σε ολόκληρη την ΕΕ.

-Υπάρχει έλλειψη ιατρών και νοσηλευτών στο δημόσιο σύστημα υγείας

Στην Κύπρο, η πυκνότητα των ιατρών είναι 4 ανά 1000 κατοίκους, δηλαδή είναι ελαφρώς μεγαλύτερη από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ η πυκνότητα των νοσηλευτών της τάξης των περίπου 6 ανά 1000 κατοίκους είναι πολύ κάτω από τον μέσο όρο.

Αυτά τα στατιστικά στοιχεία δεν αντανακλούν τις ευρύτερες ανισορροπίες μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, όσον αφορά στο εργατικό δυναμικό, δεδομένου ότι οι ιατροί εργάζονται ως επί το πλείστον στον ιδιωτικό τομέα και οι νοσηλευτές στον δημόσιο τομέα. Πριν από την εφαρμογή του Γενικού Συστήματος Υγείας, μεγάλος αριθμός ιατρών του δημόσιου συστήματος μεταπήδησε στον ιδιωτικό τομέα.  Στη συνέχεια, συμβλήθηκαν με το νέο σύστημα, είτε ως ειδικοί είτε ως προσωπικοί ιατροί, οι οποίοι δραστηριοποιούνται ως ιατροί πρωτοβάθμιας φροντίδας.

 Ως εκ τούτου, κατά την έναρξη της πανδημίας, τα δημόσια νοσοκομεία που είναι επιφορτισμένα με τη διασφάλιση της κινητοποίησης σε περίπτωση κορύφωσης των αναγκών για θεραπεία ασθενών με COVID-19 ήταν ήδη αντιμέτωπα με την έλλειψη ιατρών. Ως λύση για την αντιμετώπιση των αναγκών που δημιούργησε η πανδημία, χρειάστηκε να προσληφθούν νέοι ιατροί και άλλοι επαγγελματίες υγείας από άλλους τομείς του δημόσιου συστήματος.

 Στην Κύπρο υπάρχουν πλέον τέσσερις ιατρικές σχολές, οπότε θα είναι δυνατόν να εκπαιδευτούν περισσότεροι ιατροί για την κάλυψη των κενών θέσεων. Το σύστημα βασίζεται επί του παρόντος σε απόφοιτους ιατρικών σχολών του εξωτερικού που επιστρέφουν στην Κύπρο για να ασκήσουν το επάγγελμά τους.

Η πρωτοβάθμια φροντίδα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο νέο σύστημα υγείας

Περίπου το ένα τέταρτο των ιατρών στην Κύπρο αναφέρουν ότι παρέχουν υπηρεσίες γενικού ιατρού, παρόλο που αυτή ενδέχεται να μην είναι η ειδικότητά τους, και ο μηχανισμός της υποχρεωτικής παραπομπής στους ειδικούς ιατρούς μέσω του γενικού-οικογενειακού ιατρού (gatekeeping) έχει σχεδιαστεί ως η ραχοκοκαλιά του Γενικού Συστήματος Υγείας.

Είχε εκφραστεί η ανησυχία ότι οι ιδιωτικοί ιατροί, που εργάζονται εκτός νοσοκομείων, δεν θα συμβάλλονταν με το νέο σύστημα, καθώς οι χρεώσεις αποζημίωσης θεωρήθηκαν υπερβολικά χαμηλές. Ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα των ιατρών συμβλήθηκαν, καθώς αποδείχθηκε ότι οι αποδοχές ήταν ικανοποιητικές και μάλιστα υπερέβαιναν τις προσδοκίες τους.

Από τον Ιούνιο του 2019 το Γενικό Σύστημα Υγείας άρχισε να παρέχει υπηρεσίες εξωνοσοκομειακής φροντίδας (οικογενειακοί ιατροί και παιδίατροι, ειδικοί ιατροί, εργαστηριακές εξετάσεις και φάρμακα) και από τον Ιούνιο του 2020 καλύπτεται επίσης η ενδονοσοκομειακή φροντίδα υγείας, καθώς και η φροντίδα υγείας σε περιπτώσεις επειγόντων περιστατικών, η μεταφορά με ασθενοφόρο, οι υπηρεσίες προληπτικής οδοντιατρικής φροντίδας υγείας και η εξωνοσοκομειακή φροντίδα υγείας από άλλους επαγγελματίες υγείας.

Πριν από τη θέσπιση του Γενικού Συστήματος Υγείας, τα επίπεδα χρησιμοποίησης και η μέση διάρκεια νοσηλείας στα νοσοκομεία (5 ημέρες το 2019) ήταν σχετικά χαμηλά, αλλά δεν είναι ακόμη γνωστό αν αυξήθηκαν μετά τις μεταρρυθμίσεις, ακόμη και χωρίς την πανδημία, καθώς η διευρυμένη πρόσβαση ενδεχομένως απελευθέρωσε τη συσσωρευμένη ζήτηση υπηρεσιών.

Πριν από την πανδημία, η Κύπρος διέθετε 3,1 νοσοκομειακές κλίνες ανά 1 000 άτομα, αριθμό πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος ήταν 5,3 κλίνες το 2019.

 Στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της πανδημίας, το Υπουργείο Υγείας ζήτησε από ιδιωτικά νοσοκομεία να διαθέσουν κλίνες και προσωπικό, προκειμένου να αυξηθεί η διαθέσιμη ικανότητα για τη θεραπεία ασθενών από COVID-19 στα δημόσια νοσοκομεία.

– Η αντιμετώπιση της COVID-19 οργανώθηκε σε κεντρικό επίπεδο και συντονίστηκε στα ανώτατα επίπεδα διακυβέρνησης

 Σύμφωνα με τη νομοθεσία, το Τμήμα Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας του Υπουργείου Υγείας αποτελεί τον φορέα που είναι κατά κύριο λόγο αρμόδιος για την πρόληψη και τον έλεγχο των λοιμωδών νοσημάτων.

Τον Ιανουάριο του 2020, το τμήμα κινητοποίησε ειδική ομάδα στη Μονάδα Επιδημιολογικής Επιτήρησης και Ελέγχου των Λοιμωδών Νοσημάτων του Υπουργείου. Επικεφαλής της προσπάθειας για την αντιμετώπιση της νόσου ήταν η γενική Διευθύντρια και το Τμήμα Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας του Υπουργείου Υγείας, σε συντονισμό με την Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή, το Υπουργικό Συμβούλιο και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή αποτελείται από ανεξάρτητους πανεπιστημιακούς και μέλη της Μονάδας Επιδημιολογικής Επιτήρησης και Ελέγχου των Λοιμωδών Νοσημάτων.

Η μονάδα συντονίζει τις δραστηριότητες επιτήρησης και είναι υπεύθυνη για την επικοινωνία με το ECDC, τον ΠΟΥ και την ΕΕ. Συντονίζει επίσης τις διαδικασίες εξέτασης για την COVID-19. Η ανάλυση των δεδομένων σχετικά με την COVID-19 εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Μονάδας Παρακολούθησης Υγείας του Υπουργείου Υγείας. Στο ανώτατο επίπεδο, η αντιμετώπιση της COVID-19 συντονίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και το Υπουργείο Υγείας, σε συνεργασία με τον Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας και τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας ως διαμεσολαβητή για τη συνεργασία με προσωπικούς ιατρούς.

-Τα πρώτα πλεονάσματα του Γενικού Συστήματος Υγείας χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των ελλειμμάτων που συνδέονται με την πανδημία

 Την περίοδο 2020-21 η πανδημία μείωσε τα έσοδα του Γενικού Συστήματος Υγείας, τα οποία προέρχονται κυρίως από τις εισφορές ασφάλισης υγείας που εισπράττονται από τις αποδοχές των δικαιούχων και από τους εργοδότες.

Εκτιμάται ότι κατά τους πρώτους μήνες της πανδημίας η μείωση αυτή ανήλθε σε ποσοστό άνω του 50 % των μηνιαίων εσόδων του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας που προέρχονταν από τους μισθούς του ιδιωτικού τομέα, λόγω της αυξημένης ανεργίας, της μείωσης των μισθών και της μη φορολόγησης των κρατικών επιδομάτων έκτακτης στήριξης λόγω της πανδημίας, τα οποία καλύπτουν περίπου το 60 % των μισθών των δικαιούχων εργαζομένων.

Κατά συνέπεια, ο Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας προβαίνει τώρα στην εφαρμογή τριετούς σχεδίου, στο οποίο τα πλεονάσματα (περίπου 250 εκατ. EUR),  που καταγράφηκαν κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του Γενικού Συστήματος Υγείας (2019) θα διανεμηθούν για να αντισταθμιστεί το έλλειμμα που δημιουργήθηκε το 2020.

Κατόπιν διαπραγματεύσεων κατά την περίοδο Μαΐου-Ιουνίου 2020 καθιερώθηκαν νέοι όροι αμοιβής και νέες συμφωνίες με τους παρόχους, λαμβανομένων υπόψη των νέων συνθηκών.