Η παρουσία μικροπλαστικών στις κυπριακές ακτές δεν αποτελεί ούτε νέο ούτε αιφνίδιο φαινόμενο, επισημαίνει το Κέντρο Μελετών και Έρευνας ΑΚΤΗ, απαντώντας στα πρόσφατα δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για «νέα ανίχνευση» μικροπλαστικών και έκτακτες συσκέψεις για το ζήτημα.

Όπως αναφέρει η ΑΚΤΗ, από το 2022 διεξάγει συστηματική επιστημονική έρευνα για την παρουσία μικροπλαστικών στις ακτές της Κύπρου, πραγματοποιώντας συνεχείς δειγματοληψίες ιζήματος σε δέκα παράκτιες περιοχές, καθώς και εργαστηριακές και μικροσκοπικές αναλύσεις.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα τετραετούς παρακολούθησης, μικροπλαστικά εντοπίστηκαν σε όλες τις ακτές που μελετήθηκαν, ανεξαρτήτως γεωγραφικού προσανατολισμού. Μεταξύ των ευρημάτων καταγράφηκαν θραύσματα, ίνες, μεμβράνες, σφαιρίδια και αφρώδη πλαστικά, τόσο χρωματιστά όσο και διαφανή.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι στην πιο επιβαρυμένη περιοχή καταγράφηκαν, κατά μέσο όρο, μέχρι και 6.000 σωματίδια μικροπλαστικών ανά τετραγωνικό μέτρο.

Η έρευνα καταδεικνύει, προστίθεται στην ανακοίνωση, επίσης την ύπαρξη σαφών εποχικών μεταβολών, με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις να παρατηρούνται κυρίως τους μήνες Δεκέμβριο και Μάρτιο. Όπως σημειώνει η ΑΚΤΗ, το στοιχείο αυτό αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο των θαλάσσιων ρευμάτων και των καιρικών συνθηκών στη μεταφορά των μικροπλαστικών.

Η οργάνωση υπογραμμίζει ότι η Μεσόγειος συγκαταλέγεται στις πλέον ευάλωτες θάλασσες παγκοσμίως όσον αφορά τη ρύπανση από πλαστικά και τονίζει πως η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις όταν η ρύπανση γίνεται ορατή.

Αντίθετα, όπως αναφέρει, απαιτείται συνεχής παρακολούθηση, επιστημονική τεκμηρίωση, ουσιαστική πρόληψη, περιορισμός της πρωτογενούς παραγωγής πλαστικού και επανασχεδιασμός των συσκευασιών σε επίπεδο πολιτικής.

ΚΥΠΕ