Η επόμενη συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι αγορές επιχειρούν να αποκωδικοποιήσουν τις προθέσεις της νομισματικής αρχής απέναντι στις νέες πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν.

Η τοποθέτηση της προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, ότι δεν θα επιτραπεί η επανάληψη του πληθωριστικού σοκ του 2022, τροφοδότησε εκτιμήσεις πως η Τράπεζα θα μπορούσε να προχωρήσει ακόμη και σε μία ή δύο αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης. Ωστόσο, η αποκλιμάκωση στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου την Τετάρτη περιόρισε τα σχετικά σενάρια, με το ενδιαφέρον να στρέφεται πλέον στις επίσημες ανακοινώσεις μετά τη συνεδρίαση.

Στο επίκεντρο θα βρεθούν οι νέες προβλέψεις για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη στην Ευρωζώνη, οι οποίες αναμένεται να δώσουν πιο καθαρή εικόνα για το εύρος των επιπτώσεων από την ενεργειακή αναταραχή. Το βασικό σενάριο αυτή τη στιγμή παραμένει η στάση αναμονής, ώστε η ΕΚΤ να αξιολογήσει με μεγαλύτερη ασφάλεια τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης πριν λάβει πιο μόνιμες αποφάσεις.

Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν και δημόσιες τοποθετήσεις μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο Μάντις Μίλερ ανέφερε ότι έχει ενισχυθεί η πιθανότητα αύξησης επιτοκίων, όπως και το ενδεχόμενο υψηλότερου πληθωρισμού, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η Τράπεζα δεν πρέπει να κινηθεί βιαστικά. Αντίστοιχα, η Ιζαμπέλ Σνάμπελ σημείωσε ότι οι μέχρι σήμερα προβλέψεις τοποθετούν τον πληθωρισμό κοντά στον στόχο του 2%, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι στη συνεδρίαση της επόμενης Πέμπτης θα υπάρχουν νεότερα στοιχεία που θα ενσωματώνουν, έστω εν μέρει, τις τελευταίες εξελίξεις.

Σήμα για ψύχραιμη προσέγγιση έστειλε και ο Βίκτορ Κάζιμιρ, ο οποίος ανέφερε ότι η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά την κατάσταση και θα αντιδράσει όταν κριθεί απαραίτητο. Όπως είπε, δεν μπορεί να προβλέψει τι θα συμβεί τον Απρίλιο ή τον Ιούνιο, πρόσθεσε όμως ότι η Τράπεζα βρίσκεται πλέον πιο κοντά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, χωρίς αυτό να σημαίνει άμεση δράση.

Την ίδια ώρα, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, προειδοποίησε για τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού στην Ευρωζώνη, εφόσον η κρίση παραταθεί πέραν του ενός μήνα. Στην τοποθέτησή του υπενθύμισε την έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις αυξήσεις των ορυκτών καυσίμων, ιδίως του φυσικού αερίου, και κάλεσε την Ευρώπη να προχωρήσει σε πιο συνεκτική ενεργειακή πολιτική. Για την Ελλάδα εμφανίστηκε πιο καθησυχαστικός, αναφέροντας ότι η οικονομία παραμένει ανθεκτική, αν και ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Η ΕΚΤ βρίσκεται έτσι ενώπιον ενός δύσκολου διλήμματος. Από τη μία, μια ενδεχόμενη αύξηση επιτοκίων θα μπορούσε να αναχαιτίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, αλλά ταυτόχρονα να επιβαρύνει την ήδη ασθενική ανάκαμψη της Ευρωζώνης. Από την άλλη, μια μείωση επιτοκίων φαίνεται πλέον να απομακρύνεται, καθώς οι νέες γεωπολιτικές εξελίξεις αυξάνουν την αβεβαιότητα και περιορίζουν τα περιθώρια στήριξης της οικονομίας μέσω χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής.

Το βασικό ζητούμενο για τη Φρανκφούρτη είναι πλέον ο σωστός χρόνος αντίδρασης. Η ΕΚΤ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας της οικονομίας και στην αποφυγή ενός νέου πληθωριστικού κύματος, έχοντας ακόμη νωπή την εμπειρία της ενεργειακής κρίσης του 2022.

Capital.gr