Μια συνάντηση λίγο πριν το τέλος της σημαντικής διαδρομής του καλλιτέχνη, η οποία ξεκίνησε τον περασμένο Ιανουάριο στη Λευκωσία, για να καταλήξει σε λίγες μέρες στην Μπιενάλε της Βενετίας.
Είναι η δεύτερη φορά που βρίσκομαι στο στούντιό του. Λίγο πριν την ολοκλήρωση των έργων του. Και λίγο πριν αυτά ταξιδέψουν στις αίθουσες του κυπριακού περιπτέρου στη Βενετία. Στους τοίχους είναι τοποθετημένα τα τρία μεγάλων διαστάσεων έργα του Πόλυ Πεσλίκα και εφτά μικρά που θα καθορίσουν τον χώρο στο στήσιμό του.
Το ενδιαφέρον απ’ την πλευρά του δημιουργού τους είναι πως αυτό που επιθυμούσε να κάνει –η επίτευξη, αλήθεια, της επιθυμίας δεν είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι στη δημιουργικότητα;– έγινε από μια αφορμή. Κι αυτή δεν είναι άλλη από τις φιγούρες με τα τουρμπάνια που παρουσίασε την περασμένη χρονιά για πρώτη φορά στο Βερολίνο. Αυτά του είχαν δώσει τότε το έναυσμα να σχολιάσει την αλλαγή της σημασίας της εικόνας τους τους δυο τελευταίους αιώνες της ιστορίας, από την ταύτιση με το εξωτικό, στην ταύτιση με το φαινόμενο της τρομοκρατίας.
«Δεν είχα καμιά πρόθεση να ασχοληθώ μ’ αυτά» εξηγεί. «H ιδέα εμφανίστηκε πριν από πέντε χρόνια, από μια εικόνα που μου κίνησε το ενδιαφέρον δουλεύοντας παράλληλα άλλα θέματα. Είχα κάνει τότε το πορτρέτο ενός οριενταλιστή, με μια αναφορά πιο πολιτική. Το πορτρέτο αυτό εξελίχθηκε στην έκθεση που παρουσίασα πέρσι στο Βερολίνο, με τίτλο «Studies on variation». Είχα ασχοληθεί επίσης με την ιδέα του αιχμηρού και του πιο ήπιου κολάζ στη ζωγραφική, την τοποθέτηση της μιας εικόνας πάνω στην άλλη. Από τότε μέχρι τον περασμένο Δεκέμβριο δοκίμαζα μια σειρά από σχέδια που είχαν σχέση με λεπτομέρειες από μεσαιωνικά και αναγεννησιακά έργα τέχνης. Προσπαθούσα να κάνω κολάζ ψάχνοντας τα κομμάτια τους».
Περιέργως, όπως εξηγεί, για να νιώσει οικειότητα, αλλά και ασφάλεια, είχε αρχίσει να ζωγραφίζει ένα μικρό πορτρέτο που σχετιζόταν με την πιο παλιά δουλειά. «Θέλησα να ξεκινήσω από εκεί που είχα τελειώσει», λέει. Αποτέλεσμα; «Κατέληξα στα τρία μεγάλα αυτά πορτρέτα, που στην ουσία άμα τα κοιτάξω δεν διαφέρουν πολύ από αυτό που ήθελα να κάνω, αλλά σίγουρα έχουν τεράστιες διαφορές από την περασμένη μου δουλειά. Οι εντάσεις των γραμμών και οι περιστροφές τους ήταν στοιχεία που υπήρχαν μέσα στις λεπτομέρειες που είχα κατά νου. Είναι μια θεματική που αναφέρεται σε μιαν άλλη, που δεν έγινε, με έναν διαφορετικό όμως τρόπο. Η υφή, για παράδειγμα, έχει σχέση με τις αναφορές των έργων που τελικά δεν έκανα…».
Αυτό που διακρίνεις παρατηρώντας τα –τα πολλά επίπεδα που μοιάζουν με κολάζ, τα χρώματα που έχει επιλέξει, τις υφές για τις οποίες μιλάει– είναι πως τα μικρού μεγέθους έργα είναι πολύ πιο συμπυκνωμένα και πολύ περισσότερο αφηγηματικά. Αντίθεση στην έντονη αυτή αφηγηματικότητα έρχονται να δώσουν οι μεγαλύτεροι πίνακες, που είναι πολύ πιο στατικοί. «Σε ακινητοποιούν ακριβώς για να τους παρακολουθήσεις. Κι αυτό ήταν που μ’ ενδιέφερε. Να απομονώσω την ένταση που υπάρχει στα πορτρέτα σε πιο συμπυκνωμένη επιφάνεια. Καταλήγοντας, τα μικρά έργα λειτουργούν ανεξάρτητα από τα μεγάλα, με διαφορετικές δυναμικές».
Φτάνοντας στο τέλος μιας διαδρομής που ξεκίνησε πριν λίγους μήνες, παρατηρεί πως λειτούργησε μ’ έναν τρόπο ποιητικό, ο οποίος προέκυψε από την ουσιαστική ανάγκη του να μετακινηθεί. Το αποτέλεσμα της δουλειάς τού πρώτου μήνα στο στούντιο, τότε που εμφανίστηκε η πρώτη, η δεύτερη κι η τρίτη φιγούρα, του έδινε την αίσθηση πως στεκόταν απέναντι σε μια σκηνή και δημιουργούσε εικόνες στο μυαλό του και καταστάσεις που αποκτούσαν αναπάντεχα μια φόρμα γκροτέσκ. «Ερχόταν το φως να μαλακώσει τα έργα. Είναι περίεργο που αναφέρομαι στην ποιητικότητα, αλλά έτσι αισθάνθηκα. Φαίνεται πως αυτό είχα τελικά ανάγκη».
Το στούντιό του, σε μια ήσυχη γειτονιά της Παλουριώτισσας, με φως ιδανικό για να ζωγραφίζει χωρίς να κουράζεται, του πρόσφερε όλο αυτό το διάστημα μια ιδιαίτερη χαλαρότητα. Μου εξηγεί πως με τους γείτονές του, την γκαλερί «Θκιο Ππαλιές», και το γεγονός πως εκεί εκθέτουν καλλιτέχνες «όπως ο Φάνος Κυριάκου τώρα», δημιουργείται μια δυναμική από άτομα του χώρου, που για τον ίδιο λειτούργησε ως μια ευτυχής συγκυρία.
Σ’ αυτό το στούντιο λοιπόν, στο οποίο επέλεξε για πρώτη φορά να ζωγραφίσει στη Λευκωσία, η διαδικασία εξέλιξης της δουλειάς έρχεται σε έναν συνεχή διάλογο με το έξω. «Το θεωρώ ανάγκη για την τέχνη. Δεν θα ‘θελα ποτέ να κλείνομαι για να δουλέψω. Είναι μια στάση και νοοτροπία που με βρίσκει αντίθετο. Αν δεν γίνουν οι τριβές μεταξύ των ειδών, δεν θα δημιουργήσουμε και ούτε θα καταλήξουμε σε κάτι καινούριο».
Η διαπίστωση πως είναι δύσκολο για πολλούς στις μέρες μας να μοιράζονται οδηγεί τον Πόλυ Πεσλίκα στο συμπέρασμα πως τα μυστικά είναι σκέψεις για τις οποίες δεν έχουν δοθεί λύσεις, γι’ αυτό και μας ταλαιπωρούν. Αλλά και πως σ’ αυτή την εποχή που ζούμε μόνο ξεκάθαρα θα έπρεπε να ήταν τα πράγματα, γιατί εξωτερικεύοντάς τα πολύ πιθανόν να βρεις και τις απαντήσεις τις οποίες ψάχνεις. Γιατί αποκαλύπτοντας τις διαδικασίες αποκαλύπτεται και η γνώση.
«Προσωπικά θεωρώ σημαντική αυτού του είδους την έκθεση, το να αφήνεις δηλαδή το στούντιό σου “ανοικτό”, έτσι ώστε να υπάρξει επικοινωνία με εξωτερικούς παράγοντες, άτομα, ομάδες, κύκλους, ακόμα κι αν αυτοί έχουν πολύ διαφορετική εικόνα για το πώς κάνεις τέχνη. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου η τέχνη που είναι κλειστή και προκαθορισμένη. Δοσμένη και λυμένη. Όπως δεν με ενδιαφέρει να δω κάτι που απλά να μ’ αρέσει. Υπάρχουν πολλά πράγματα τα οποία είναι ωραία, αλλά δεν ξέρω αν είναι τέχνη».
Ο Πόλυς Πεσλίκας ζει εδώ και δυο χρόνια στο Βερολίνο. Μια πόλη που «σου δίνει την ευκαιρία να χαθείς. Να ξεχαστείς, να ξεκαθαρίσεις ή να ολοκληρώσεις κάτι. Κι όλοι όσοι βρίσκονται εκεί καταλαβαίνεις πως είναι παρόμοιοι μαζί σου, έχουν ένα σκοπό». Για τον ίδιο, το γεγονός πως βρέθηκε σ’ ένα στούντιο, πως μπήκε στη διαδικασία να δει παλαιότερες δουλειές του, να περπατήσει χιλιόμετρα, να δει πράγματα που δεν είχε προσέξει ποτέ πριν σαν τουρίστας, να κάνει πολλά ταξίδια, ήταν διαδικασίες που τον παρότρυναν να παρακολουθήσει τον ίδιο τον εαυτό του.
«Πριν φύγω από το Βερολίνο, ξεκίνησα να κοιτάζω τη δουλειά του Γκογκέν, τον εξιδανικευμένο παράδεισο που ζωγράφιζε. Ήταν μια προετοιμασία δική μου ψυχολογική. Περιέργως ήταν ένας πολύ ενδιαφέρων τρόπος να πείσω τον εαυτό μου πως μια μετακίνηση είναι σημαντική να γίνει», λέει, για να εξηγήσει πως κάποια έργα τον ενθουσιάζουν περισσότερο, ανάλογα με τη φάση όπου βρίσκεται σαν άνθρωπος, με αυτά που αναζητά κατά καιρούς, τις αδυναμίες του που θέλει να επεξεργαστεί. «Κάποια έργα εμφανίζονται μπροστά μου σαν καινούριες αναφορές. Όπως ο μικρός χαρτοπαίχτης του Σαρτιάν, που ισορροπεί κάποια πράγματα…».
Για τον Πόλυ Πεσλίκα δεν υπάρχουν εμμονές με αντικείμενα. «Έχω εμμονές με καταστάσεις τις οποίες μπορεί τα αντικείμενα να σου δημιουργήσουν. Την ίδια συγκίνηση νιώθω όσες φορές δω τη Νεφερτίτη, με την εντυπωσιακή φυσικότητά της ως αντικειμένου, το ίδιο και τα κυπριακά ειδώλια. Αυτό μου θυμίζει πως στη ροή της καθημερινότητας όλα προχωρούν και όλα παραμένουν τα ίδια. Νομίζω ότι αυτό είναι και ένας λόγος να ασχολείται κάποιος με την τέχνη».
Θυμάται πως η πρώτη σημαντική επανατοποθέτηση της πραγματικότητάς του –που προέκυψε όταν επέστρεψε στην Κύπρο μετά τις σπουδές του στη Γαλλία, τέλη της δεκαετίας του ’90– ήταν μια πράξη από την οποία δημιουργήθηκε η πρώτη του δουλειά. «Τότε θέλησα να προσδιορίσω ξανά τα πράγματα. Συνειδητοποίησα πως έφτασα σε έναν τόπο όπου η σχέση μου με τον έξω κόσμο ήταν μέσα από εξωστρεφείς εικόνες, οι οποίες κατέγραφαν τα πράγματα που νομίζαμε πως ήμαστε. Ξαφνικά είδα μια επιφάνεια. Αυτό δημιουργούσαμε. Εικόνες σε μια εποχή ευμάρειας, μιας κτισμένης ουσιαστικά ευμάρειας. Ήθελα να ασχοληθώ μ’ αυτό ακριβώς. Κι έτσι ξεκίνησα να ζωγραφίζω πορτρέτα, με έντονα χρώματα, ρεαλιστικά στοιχεία, με λάμψη, με μέικ απ…».
Και σήμερα, θα ζωγράφιζε ξανά πορτρέτα; «Δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Στην Κύπρο όμως επανήλθε η ιδέα να κάνω σχέδιο και ακουαρέλες. Φτάνοντας προς το τέλος της δουλειάς της Μπιενάλε, ένιωσα πως μπορεί να είναι μια συνέχεια»…
«Πάντοτε υπάρχουν διαδικασίες οι οποίες θα σε οδηγήσουν στη διήγηση αυτών που θες να πεις», λέει. «Ποτέ δεν ήταν αισθητικοί οι λόγοι που ζωγράφιζα. Πολλές φορές επέλεξα να παίξω με τέτοια στοιχεία, αλλά με μια εντελώς κριτική ματιά και μια συμβολική έννοια στην αναπαράστασή τους. Αυτό που με ενδιαφέρει στη θεματογραφία που επιλέγω είναι να λειτουργώ οριακά, να συνθέτω και να συγχύζω και τον εαυτό μου και τον θεατή, μ’ αυτό που θέλω να κάνω, με ερωτήματα στα οποία ψάχνω απαντήσεις».
Η διάθεση αμφισβήτησης πάνω στη δουλειά του, αλλά και η κριτική από τον θεατή είναι αναγκαία. Ακόμα και στην περίπτωση της συμμετοχής του στην Μπιενάλε. «Το να παίζω με τα όρια, ακόμα και μ’ αυτά που θεωρούμε ενδιαφέροντα στη σύγχρονη ζωγραφική, νιώθω πως ίσως στη Βενετία θεωρηθούν συντηρητικά. Αν ζωγραφίζεις όμως εκ του ασφαλούς, δεν υπάρχει ενδιαφέρον».
Και ποια είναι, αλήθεια, η θέση της ζωγραφικής σήμερα ως κομμάτι της σύγχρονης τέχνης; «Η ζωγραφική είναι ένα μέσο που περιαυτολογεί, κάποτε λέει τα ίδια, επαναλαμβάνεται, κάποτε μιλάει σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γλώσσα, κάποτε όχι. Όταν υπάρχει ανακάτεμα στον χώρο της τέχνης, συνήθως υπάρχει καλή ζωγραφική». Και τι είναι αυτό που την κάνει να έχει ενδιαφέρον; «Ο χώρος και οι συνθήκες όπου δημιουργείται και παρουσιάζεται κάτι. Η τοποθέτηση της ζωγραφικής σε κάθε εποχή έχει να κάνει εξάλλου με το εμπόριο, την εμμονή του ή την αδιαφορία του προς αυτήν»…
«Γίνομαι δημιουργικός όταν κάποια πράγματα συσσωρευθούν. Γι’ αυτό άλλωστε μια συγκεκριμένη στιγμή ένιωσα την ανάγκη να απέχω, ακριβώς γιατί κατάλαβα πως δεν μπορώ να παράγω πια τόσα πολλά έργα. Πως δεν μπορούσα να λειτουργώ με τέτοιες ταχύτητες. To 2003 έκανα τέσσερις ατομικές εκθέσεις. Αυτό με είχε κουράσει. Σταμάτησα τότε κάποιες από τις συνεργασίες μου. Σταμάτησα να ζωγραφίζω…».
Τότε ο Πόλυς επέλεξε να φωτογραφίζει για το «Υστερόγραφο», το πολιτιστικό ένθετο του «Φ». «Κρατούσα την κάμερα, χωρίς να θέλω να κάνω κάτι άλλο. Το γεγονός πως γνώριζα κόσμο δημιουργικό, που μοιραζόταν μαζί μου πράγματα, ήταν μια εμπειρία που θα συσχέτιζα με ένα δεύτερο πανεπιστήμιο. Ένιωθα να μαθαίνω ξανά, αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο αυτή τη φορά. Με το «Υστερόγραφο» επανατοποθέτησα τον εαυτό μου ως προς την ιδέα της έντυπης εικόνας που με απασχολούσε. Κάποια στιγμή ήμουν έτοιμος να ζωγραφίσω ξανά… Είμαι ήρεμος πια, η διαδικασία της δημιουργίας δεν είναι βασανιστική, γιατί έχω κάνει τις επιλογές μου».

Για τον Πεσλίκα κάθε έργο, κάθε έκθεση, κάθε δουλειά, κινείται μέσα σε χρονικά όρια. Δεν επανέρχεται ποτέ. «Όταν τελειώσει κάτι, τελείωσε. Φεύγει από πάνω μου. Δεν θέλω να κρατάω έργα μου. Αν δεν πουληθούν, είτε θα τα δώσω σε φίλους ή θα αποθηκευτούν κάπου που να μην τα βλέπω. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου να έχω χρονική σχέση με το έργο, να επεξεργάζομαι τους λόγους που το έκανα, πότε το έκανα και γιατί. Τα πράγματα ξεκαθαρίζουν μόνο άμα απομακρυνθείς από κοντά τους», λέει.
Μέσα στα είκοσι σχεδόν χρόνια της δημιουργικής πορείας του, αν κάτι συνεχίζει να τον απασχολεί, είναι η προσπάθειά του να αντιληφθεί τα πράγματα. Και για να γίνει αυτό, «παίζει ρόλο από ποια γωνία τα βλέπεις. Να αντιληφθείς τι εμπεριέχει η πράξη, η διαδικασία, εκείνο που καταγράφεται και γιατί. Το ότι το έκανες, στο τέλος της μέρας δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Προσωπικά μου πήρε πολλά χρόνια να αντιληφθώ το τι έγινε. Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως μπορούν μερικοί καλλιτέχνες να εξηγούν το κάθε τι τη στιγμή που γίνεται. Δεν μπορεί ένα έργο να καθορίσει την ύπαρξή του, αλλά ούτε και κανένας καλλιτέχνης δεν μπορεί να γνωρίζει την έννοια που θα αποκτήσει αυτό που δημιούργησε όταν φύγει από το στούντιό του». Γι’ αυτό και κάνοντας την αίτησή του για τη συμμετοχή του στην Μπιενάλε Βενετίας είχε τελειώσει με την εξής φράση: «A painting remembers you sneezed in front of it and it will sneeze back at you one day». Γιατί; «Mα γιατί η δημιουργία είναι μια πράξη ανταπόδοσης».
Infο: O Πόλυς Πεσλίκας εκπροσωπεί την Κύπρο στην 57η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Βενετίας. Η έκθεση του κυπριακού περιπτέρου στο Associazione Culturale Spiazzi, που επικεντρώνεται στο μέσο της ζωγραφικής κάτω από τον τίτλο «Future of Colour», θα φιλοξενήσει παράλληλα μια σειρά από παρεμβάσεις και ανταλλαγές με την καλλιτεχνική ομάδα Νεωτερισμοί Τουμάζου, τη συγγραφέα Mirene Arsanios και τον κεραμίστα Βαλεντίνο Χαραλάμπους. Σε επιμέλεια Jan Verwoert. H έκθεση ανοίγει στις 13/5 και διαρκεί μέχρι τις 26/11.