Στην Αθήνα, και οι τρεις παραστάσεις που έχει σκηνοθετήσει, «Ο Θεός της Σφαγής», «Για όνομα» και «Αύγουστος», έχουν σημειώσει τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία. Αυτές τις μέρες, «Ο Θεός της Σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά έρχεται στην Κύπρο και με αυτή την αφορμή το Φιλgood συνάντησε τον σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή της παράστασης Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, σε μια εκ βαθέων συνέντευξη.
Άνοιξη: Είναι έξω από το παράθυρό μου, με έναν ήλιο εκτυφλωτικό. Την άνοιξη έχεις πάντα την αίσθηση ότι όλα θα πάνε καλύτερα.
Αλλεργίες: Δεν είμαι αλλεργικός σε τίποτα. Έχω πολύ μεγάλες αντοχές. Είμαι χαλκέντερος. (γελάει)
Βαρβαρότητα: Ενσωματωμένη στον άνθρωπο, άρα και στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ο άνθρωπος δεν είναι κατά βάση ορθολογικό ον, αλλά θυμικό. Ο κόσμος την ίδια στιγμή μπορεί να γίνεται και καλύτερος και χειρότερος. Δηλαδή, ενώ υιοθετούμε τη βαρβαρότητα ως κοινωνική πρακτική, ταυτόχρονα απομακρυνόμαστε από αυτήν, δημιουργώντας πολιτισμό, για παράδειγμα.
Γεννήθηκα: Στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 1970. Δηλαδή, η Δημοκρατία στην Ελλάδα και εγώ είμαστε σχεδόν συνομήλικοι. (γελάει) Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία άρχισε στις 4 Ιουλίου 1974. Επομένως, εγώ είμαι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός της, και γι’ αυτό ίσως λίγο ωριμότερος. (γελάει) Η Ελληνική Δημοκρατία, αν και σαραντάρα, επιδεικνύει συμπτώματα και συμπεριφορές έφηβης.
Γήρας: Απλώς ελπίζω να πραγματοποιείται ως ευχή ο στίχος του Σαββόπουλου «να παλιώνουμε όμορφα». Και μάλλον αυτό συμβαίνει. Μεγαλώνοντας αισθάνομαι καλύτερα, πιο ήρεμος μέσα μου, πιο καλά με τους ανθρώπους γύρω μου.
Δώρο: Το ομορφότερο δώρο που μου έχει δοθεί είναι η τύχη να έχω τους γονείς που είχα. Γιατί αυτή η τύχη μου πρόσφερε μετά μια σειρά από άλλα δώρα, με πιο σημαντικό τη δυνατότητα να βλέπω την ίδια τη ζωή ως δώρο, ακόμα και όταν αυτό δεν είναι τόσο φανερό. Στους γονείς μου προφανώς οφείλεται η έμφυτη αισιοδοξία και η καλή προαίρεση που έχω.
Ενηλικίωση: Ένα μέρος του εαυτού μας δεν πρέπει να ενηλικιωθεί, αν είμαστε καλλιτέχνες. Ένα μέρος του εαυτού μας οφείλει να παραμείνει ανήλικο. Ο ανήλικος εαυτός μας πηδά στη σκηνή. Ο ανήλικος εαυτός μας δημιουργεί. Αυτά ως προς την τέχνη. Σε επίπεδο κοινωνικό, έχουμε πολύ μεγάλο έλλειμμα στο θέμα της ενηλικίωσης στην Ελλάδα. Το να είσαι ενήλικας, να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου, είναι το βασικό βήμα που πρέπει να κάνει ο καθένας από εμάς.
Ζορίζομαι: … με τις πρακτικές συνθήκες της ζωής στην Ελλάδα. Ζορίζομαι όταν συνειδητοποιώ ότι δεν μπορώ να ανταποκριθώ στοιχειωδώς στα πράγματα που επιθυμώ να κάνω, ενώ τα κάνω όλα σωστά και by the book. Ζορίζομαι με όλη την τρέλα που υπάρχει γύρω μου. Συνεχώς συμβαίνουν πράγματα άνευ λόγου, ταλαιπωρούμαστε άνευ αιτίας. Η μέρα του καθενός από εμάς είναι μια σειρά από μικρές μάχες.
Ήρωες: Οι δικοί μου είναι άγνωστοι άνθρωποι, χωρίς βαριά ονοματεπώνυμα, οι οποίοι διαλέγουν μια στάση ζωής πολύ χρήσιμη, πολύ βοηθητική για τους γύρω τους.
Θεός: Ο Θεός της Σφαγής, κατά τη Γιασμίνα Ρεζά, δεν είναι άλλος από αυτόν που κυβερνά τους ανθρώπους, δηλαδή ο πρωτόγονος, βάρβαρος εαυτός τους, ο οποίος εστιάζει στην επιβίωσή του, θέλει να κυριαρχήσει το συμφέρον του έναντι οποιουδήποτε άλλου. Υπάρχει και ένας δεύτερος θεός, αυτός της επικοινωνίας ή της κοινωνίας με τη χριστιανική έννοια, ο οποίος αναπτύχθηκε ταυτοχρόνως στις ανθρώπινες κοινότητες με τον Θεό της Σφαγής, και είναι αυτός που μας επιτρέπει να ζούμε σε ομάδες, σε κοινότητες. Αυτοί οι δύο θεοί θα παλεύουν αιωνίως. Η μάχη τους θα κρίνεται όσο υπάρχει η ανθρωπότητα.
Ιστορία: Υπάρχουν δύο αδέρφια στην Αθήνα και άλλα δύο στη Θεσσαλονίκη, άντρες μεσήλικες και οι τέσσερις, γλυκύτατοι, οι οποίοι παρακολουθούν μετά μανίας όλες τις παραστάσεις στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη αντίστοιχα και έχουν όλα τα προγράμματα των παραστάσεων. Τα αδέρφια της Αθήνας έχουν γίνει φίλοι μου. Τους καλώ στις πρεμιέρες και βλέπουν τα πάντα.
Κοινό: Όπως έχει πει ο Στιβ Τζομπς, «Δεν πρέπει να ενδιαφερόμαστε για το τι επιθυμούν οι καταναλωτές, γιατί οι καταναλωτές δεν ξέρουν τι επιθυμούν. Εμείς θα τους φτιάξουμε κάτι που θα επιθυμήσουν, όταν το δουν έτοιμο». Φυσικά, το καλλιτεχνικό προϊόν απευθύνεται πάντα στο κοινό. Το δε θέατρο που κάνω εγώ απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Πολύ συχνά, όμως, η τέχνη που απευθύνεται στο ευρύ κοινό κάνει το λάθος να φροντίζει να γίνεται όσο πιο αμβλεία γίνεται, για να μπορεί να τους συμπεριλάβει όλους.
Λάθη: «I’ve had a few / But then again, too few to mention / I did what I had to do / I did it my way», όπως τραγουδά και ο Φρανκ Σινάτρα στο «My Way». Έχω κάνει μια σειρά από λάθη, και προσωπικής και επαγγελματικής φύσεως, τα οποία τα έκανα πέφτοντας με τα μούτρα σε ό,τι έκανα. Κάποτε με ανησυχούσε η αποτυχία, ο φόβος του λάθους. Τώρα, απλώς ξέρω ότι μόνο όποιος στέκεται ακίνητος δεν κάνει λάθη. Συντάσσομαι με τη Μπεκετική ρήση «Να αποτυγχάνεις. Να αποτυγχάνεις ξανά. Να αποτυγχάνεις καλύτερα».
Ματαίωση: Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω το απολύτως παράλογο, το οποίο πολύ συχνά εκφράζεται ως δημόσιος λόγος πανταχόθεν. Ε, εκεί ματαιώνομαι ως άνθρωπος, ως έλλογο ον.
Νέα γενιά: Παρατηρώ στον εαυτό μου την ίδια καχύποπτη στάση προς αυτούς με κείνη των παλαιότερων γενεών προς τη δική μας γενιά. Από την άλλη, σκέφτομαι ότι ίσως είναι πολύ καλύτεροι από εμάς. Υπάρχουν, βέβαια, και πράγματα που με τρομοκρατούν ως γονιό, όπως η κυριαρχία της οθόνης και η απομάκρυνση από τις λέξεις, από τον γραπτό λόγο. Γιατί όσο καλύτερα κατέχουμε τις λέξεις, τον λόγο και τους μηχανισμούς του, τόσο καλύτερα σκεπτόμαστε. Ο άνθρωπος που δεν έχει κοπιάσει με τις λέξεις, δυσκολεύεται να σκεφτεί αναλυτικά, κριτικά.
Ξυπνητήρι: Με αυτή την αφορμή, έχω να σου πω ότι διάγω έναν εξαιρετικά πολυτελή βίο. (γελάει) Γιατί μου επιτρέπεται, λόγω δουλειάς, στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου να ξυπνώ χωρίς ξυπνητήρι. Το όνειρό μου είναι κάποτε να καταφέρω να σηκώνομαι νωρίς, κατά τις οχτώ το πρωί, για να αδράττω τη μέρα. Γιατί είμαι νυχτοπούλι και κοιμάμαι αργά.
Όνειρα: Δεν θυμάμαι τα όνειρά μου. Αυτό που ξέρω είναι ότι σπανιότατα βλέπω εφιάλτες, γιατί δεν ξυπνάω ταραγμένος μέσα στη νύχτα.
Παιδική ηλικία: Η μνήμη που έχω από την παιδική μου ηλικία είναι πολύ φωτεινή, πολύ ευτυχισμένη, μέσα σε ένα σπίτι με πολλή αγάπη και αποδοχή. Αργότερα, βέβαια, πολλές φορές αναρωτήθηκα για την ανάγκη αποδοχής μου από το ευρύ κοινό ως ενήλικας. Για να είμαι ειλικρινής, ακόμα δεν έχω βρει την απάντηση. Πάντως, θέλω να πιστεύω ότι είμαι εξίσου αγαπητικός προς το παιδί μου, όπως ήταν προς εμένα οι γονείς μου.
Ρυτίδες: Όπως έχει πει κάποιος, «μετά τα 40, έχει κανείς τη φάτσα που του αξίζει».
Σιωπώ: Παρότι μου αρέσει να μιλάω, να επιχειρηματολογώ, να διαφωνώ, τα τελευταία χρόνια όλο και πιο συχνά επιλέγω να σιωπώ. Αρνούμαι να είμαι στο Twitter και να έχω γνώμη για τα πάντα. Αρνούμαι να τοποθετηθώ στις διαμάχες χαμηλού επιπέδου στο Facebook. Έχω αρχίσει να μαζεύομαι, και στην ουσία μιλάω κρούοντας ανοιχτές θύρες μόνο στους οικείους.
Ταυτότητα: «Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: Ηθοποιός – Σκηνοθέτης». Αυτό θα ήθελα να γράφει. Με καλύπτει απόλυτα.
ΥΠΠΟ (Υπουργείο Πολιτισμού): Αν μου το πρότειναν, δεν θα το έπαιρνα. Παρόλα αυτά, για τη Λυδία Κονιόρδου και την επιθυμία της να το αναλάβει, δεν μπορώ παρά να τοποθετηθώ θετικά. Δεν είναι δυνατό να παραπονιόμαστε ότι δεν μπαίνουν νέα πρόσωπα στην πολιτική και όταν εμφανίζεται ένας άνθρωπος πολύ πετυχημένος στον επαγγελματικό του χώρο, να αρχίζουμε τα βρισίδια και τις κατηγόριες. Ας δούμε πρώτα τι θα πράξει και μετά ας αποφανθούμε.
Φοβάμαι: Από μικρός είχα δύο φόβους: τον θάνατο και τη μετριότητα. Σιγά-σιγά, τείνω να τους αποδεχθώ και τους δύο και να ηρεμήσω. Ο μεν θάνατος είναι αναπόδραστος, η δε μετριότητα φυσιολογική επίσης. Κατά τα άλλα, είμαι εντελώς άφοβος.
Χρήματα: Δεν έχω πολύ καλή σχέση με τα χρήματα. Δεν μπορώ να αποταμιεύσω, αλλά ούτε τα ξοδεύω αφειδώς σε σαχλαμάρες. Πάντα είμαι οριακά, και όταν έχω βγάλει πολλά και όταν έχω βγάλει λιγότερα.
Ψέματα: Λευκά, αθώα, μικρά ψέματα λέω, ναι. Η χρήση του ψέματος εκεί που η αλήθεια δεν θα βελτιώσει μια κατάσταση δεν είναι κακή. Πέραν τούτου, δεν λέω ψέματα γενικώς.
Ωχ!: Όπως έλεγε και ο Γεωργουσόπουλος, «το “ωχ” στον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό έχει γίνει “άουτς”».
«Ο Θεός της Σφαγής»
Ο τίτλος του έργου της Γιασµίνα Ρεζά, «Ο Θεός της Σφαγής» («God of Carnage»), θα µπορούσε να είναι πηχυαίος τίτλος εφηµερίδας για τις τροµοκρατικές επιθέσεις στις Βρυξέλλες, στο Παρίσι, στο Βερολίνο ή για τον πόλεµο που µαίνεται στη Συρία. Με τη λέξη «carnage» να σηµαίνει «σφαγή, µακελειό» και τον θρησκευτικό-ιδεολογικό πόλεµο να έχει ξεσπάσει κυριολεκτικά µέσα στο –ευρωπαϊκό– σπίτι µας, το έργο της Γαλλίδας συγγραφέως είναι εκκωφαντικά επίκαιρο. Μικροί ή µεγαλύτεροι πόλεµοι σοβούν µέσα στην οικογενειακή σύµβαση του έργου της, µε τους ρόλους του θύµατος και του θύτη να εναλλάσσονται και παράπλευρες απώλειες επίσης να καταγράφονται, ακριβώς όπως συµβαίνει εκεί έξω, στην αιµατοβαµµένη καταγραφή της πραγµατικότητας. «Το πρώτο δίκαιο που ίσχυσε στην κοινωνία µας ήταν το δίκαιο του ισχυρού. Στον µόνο θεό που πιστεύω είναι ο Θεός της Σφαγής. Αυτός κυβερνά απαρχής του κόσµου» γράφει η Ρεζά.
Η συγγραφέας εστιάζει στον πυρήνα της κοινωνίας, την οικογένεια. Οι αναγωγές από το οικογενειακό πλαίσιο στο κοινωνικό είναι προφανείς. Η οικογένεια νοσεί. Και κατά συνέπεια είναι δυσλειτουργική. Η κυτταρική της δοµή παρουσιάζει δυσµορφίες και κακοήθειες. Τα ενήλικα µέλη της είναι µόνο κατ’ όνοµα και ηλικία ενήλικα. Τα πρότυπα συµπεριφοράς (behavioral patterns) είναι κραταιά και κληροδοτούνται σχεδόν αµετάλλακτα από γενεά σε γενεά, τραβώντας χειρόφρενο στην ανάπτυξη και εξελικτική πορεία των µελών της. Οι συντροφικές-ερωτικές σχέσεις είναι µια πιο ραφινάτη εκδοχή ενός αγώνα µποξ, µε αµφίβολο νικητή αλλά πολλούς µώλωπες εκατέρωθεν, οι γονείς είναι πιο ανώριµοι από τα παιδιά τους, η γονεϊκότητα είναι συνώνυµη της τυραννικότητας και η παιδικότητα της καταδυνάστευσης. «Τα παιδιά ρουφάνε τη ζωή µας. Μας κάνουν κοµµάτια. Μας οδηγούν στην καταστροφή» παραδέχεται θυµωµένος, αλλά ανήµπορος ο Μισέλ στη σύζυγό του Βερενίκη. Στο σπίτι τους έχουν καλέσει τους γονείς ενός συµµαθητή του γιου τους που έδειρε το παιδί τους, τον Αλαίν και την Ανέτ. Αρχικά, όλα φαίνονται ήρεµα, τακτοποιηµένα. Η συζήτηση διεξάγεται µε όλες τις επιφάσεις της δυτικής διαλλακτικότητας. Στην πορεία, όµως, οι διάλογοι εκτρέπονται, οι καλοί τρόποι έχουν εξεµεστεί –κυριολεκτικά– στο µίνιµαλ µεσοαστικό καθιστικό της οικογένειας και η πολιτική ορθότητα έχει διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη.
Η σκηνοθετική ανάγνωση του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη αναδεικνύει το φλεγµατικό χιούµορ της συγγραφέως, ενώ παράλληλα δεν τροµάζει µε τα σκοτάδια που ελλοχεύουν πίσω από κωµικές καταστάσεις. Κυρίως, όµως, για άλλη µια φορά, ο Μαρκουλάκης έχει εδραιώσει αφετηριακά την επιτυχία της παράστασής του µέσα από την προσεκτική και προσεγµένη διανοµή της. Έχοντας δίπλα του εξαίσιους συµπαίκτες, όπως τη Στεφανία Γουλιώτη (Ανέτ), τη Λουκία Μιχαλοπούλου (Βερενίκη) και τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο (Μισέλ) –ο ίδιος ο Μαρκουλάκης κρατά τον ρόλο του Αλαίν– εξασφαλίζει, αν µη τι άλλο, ενδιαφέρουσες ερµηνείες. Οι σπιρτόζικοι, δολοφονικοί διάλογοι της Ρεζά απαιτούν µετρονόµο ατάκας. Και εδώ οι ατάκες πέφτουν σαν σαΐτες που συρίζουν. Οι εκρήξεις και οι αυταναφλέξεις δεν λείπουν, επίσης. Είπαµε, βρισκόµαστε σε εµπόλεµη κατάσταση. Κρατήστε από την παράσταση, ως αλεξίσφαιρο, τη ρήση «καθένας µας (δια)σώζεται όπως µπορεί».
INFO: Παραστάσεις στις 14/5 & 15/5 Θέατρο Ριάλτο της Λεμεσού (77777745) και στις 16/5 & 17/5 στο Δημοτικό Θέατρο Λατσιών (22 878688).