Ο πρώτος καλλιτεχνικός διευθυντής του ΘΟΚ μιλά για τα σχέδιά του για το κρατικό μας θέατρο. 

Ο πρώτος καλλιτεχνικός διευθυντής του ΘΟΚ, ο εξ Ελλάδος Σάββας Κυριακίδης, ανέλαβε καθήκοντα εδώ και δυο εβδομάδες, σε μια δύσκολη περίοδο για τα θεατρικά πράγματα της Κύπρου με πολλά καυτά θέματα ανοιχτά. Μας περιγράφει τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει και ξεδιπλώνει τους στόχους και το όραμά του για τον ΘΟΚ και τη σχέση του με τη θεατρική κοινότητα. Πέραν από τον καταρτισμό του ρεπερτορίου, τονίζει ότι τον ενδιαφέρει η προώθηση της δημιουργίας δραματικής σχολής από τον ΘΟΚ, η διεύρυνση του κοινού που παρακολουθεί θέατρο, η ανάδειξη Κυπρίων συγγραφέων και η στήριξη γενικότερα του ντόπιου δυναμικού.

Πώς πήρατε το ρίσκο να αφήσετε μια σίγουρη δουλειά στο Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας, με μια 20χρονη πορεία και να διεκδικήσετε αυτή τη θέση στον ΘΟΚ; Η πρώτη μου επαφή με τον ΘΟΚ έγινε το 2014, όταν είχα κληθεί από την παραγωγή του «Τρίτου Στεφανιού», για να ασχοληθώ με τη δραματοποίηση του μυθιστορήματος. Στη συνέχεια συνεργάστηκα στη «Λωξάντρα» και έπειτα στον «Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου». Μου άρεσε ο τρόπος που δούλευε ο ΘΟΚ, αλλά και η ποιότητα των ανθρώπων και των καλλιτεχνών. Έτσι, όταν ανακοινώθηκε η θέση για τον καλλιτεχνικό διευθυντή του ΘΟΚ, το είδα ως  μια ενδιαφέρουσα πρόκληση. Από τη στιγμή που με τίμησε ο ΘΟΚ, ελπίζω να δικαιώσω την επιλογή του.

-Απ’ όσο ξέρω, μετακομίζει όλη η οικογένειά σας εδώ… 
Ναι, δεν υπήρχε περίπτωση να έρθω στον ΘΟΚ με τη μορφή μιας part-time εργασίας. Ένα κρατικό μεγάλο θέατρο απαιτεί αφοσίωση. Δεν έχω αφήσει καμιά εκκρεμότητα στην Ελλάδα. Μεταφέρω τη ζωή μου στην Κύπρο, όπου και θα μείνω σε μόνιμη βάση.

-Στην Αθήνα διδάσκετε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Θα συνεχίσετε τη διδασκαλία; 
Όχι, έχω σταματήσει. Βέβαια, μια από τις προτεραιότητές μου είναι να προωθήσουμε τη δημιουργία δραματικής σχολής εδώ, στον ΘΟΚ. Ήταν και μια από τις προτάσεις μου στην υποβολή της υποψηφιότητάς μου.

-Είναι η πρώτη φορά που δημιουργείται θέση καλλιτεχνικού διευθυντή στον ΘΟΚ. Ποια ακριβώς θα είναι τα καθήκοντά σας; 
Όπως ίσως ξέρετε, προβλέπεται να προκηρυχθεί και μια θέση διοικητικού διευθυντή, ώστε να ξεχωρίσουν τα διοικητικά από τα καλλιτεχνικά καθήκοντα. Για την ώρα, φαίνεται ότι θα πρέπει να ανταποκριθώ και σε κάποια διοικητικά καθήκοντα, μέχρι να γίνει η επιλογή του διοικητικού διευθυντή. Έχω τελειώσει και τη Νομική Σχολή στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, και αυτό θα με βοηθήσει. Επίσης, η εμπειρία μου από το Εθνικό Θέατρο, στην οργάνωση και το συντονισμό ενός κομβικού τμήματος καλλιτεχνικής δράσης, πιστεύω ότι θα αποδειχθεί σημαντική.

-Προτεραιότητά σας είναι, υποθέτω, το ρεπερτόριο για τη νέα χρονιά; 
Ναι, έχω την ευθύνη του καταρτισμού του ρεπερτορίου που, σύμφωνα με το καταστατικό του ΘΟΚ, υποβάλλεται στο Διοικητικό Συμβούλιο για έγκριση. Αυτή είναι τώρα η βασική μου προτεραιότητα. Είμαστε στα μέσα Μαΐου και πρέπει να οργανώσουμε το ρεπερτόριο της νέας χρονιάς. Σταδιακά, θα προσπαθήσουμε να ενεργοποιήσουμε και άλλες καλλιτεχνικές δράσεις.

-Η Κύπρος είναι ένας μικρός χώρος, με πολλούς ηθοποιούς. Πόσο προσφέρεται η δημιουργία μιας δραματικής σχολής σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο; 
Είναι γεγονός ότι είναι δύσκολα τα πράγματα για τους ηθοποιούς. Όμως το μοντέλο «κρατικό θέατρο και δραματική σχολή» είναι ένα πετυχημένο μοντέλο που θα ήθελα να το υιοθετήσουμε. Και είναι προφανές ότι ένα κρατικό θέατρο δεν θα έχει ένα μεγάλο αριθμό σπουδαστών αλλά θα είναι αρκετά περιορισμένος, με αυστηρές επιλογές.

-Σχεδιάζετε δράσεις που θα φέρουν κοντά στο θέατρο ένα κοινό που δεν είναι αρκετά μυημένο; 
Αντιλήφθηκα στη διάρκεια της παρουσίας μου εδώ και παλαιότερα, ότι το θέατρο έχει ανάγκη από ένα μπόλιασμα με καινούργιο κοινό. Πρόθεσή μου είναι να παλέψουμε για να διευρύνουμε το κοινό. Και προσωπικά έχω την πρόθεση να τρέξω ο ίδιος σε πανεπιστήμια, σχολεία και άλλους χώρους για να υπενθυμίσω ότι το θέατρο είναι για όλους. Επίσης πιστεύω ότι πόλεις και κοινωνίες πιο συνεκτικές, όπως αυτή της Λευκωσίας, αλλά και ολόκληρης της χώρας, μπορούν να γεννήσουν μιαν αντίληψη στήριξης του θεάτρου τους. Και μέσα στις προθέσεις μου είναι να συστηματοποιήσω το κομμάτι των συνδρομητών.

-Πόσο καλά γνωρίζετε τον χώρο του κυπριακού θεάτρου; 
Τα τρία χρόνια που ερχόμουν εδώ συνεργαζόμενος με τον ΘΟΚ, είδα αρκετές παραστάσεις και ενημερώθηκα στον βαθμό του εφικτού. Έχω δει πιο κλασικά σχήματα, αλλά και αυτές τις νέες ομάδες που δραστηριοποιούνται τα τελευταία χρόνια. Κάποια από αυτά τα ταλαντούχα παιδιά υπήρξαν και μαθητές μου στο Εθνικό. Διαπίστωσα ότι αυτή η ευρύτητα του τοπίου δίνει καλούς καρπούς. Είδα πολύ καλούς ηθοποιούς, είδα ευφάνταστους, σε κάποιες περιπτώσεις, σκηνοθέτες, αισθητικές πολύ ενδιαφέρουσες. Αυτή η κινητικότητα των νέων σχημάτων στο θέατρο ίσως οδηγήσει κάποια στιγμή σε μια υπερβολή, που έχει όμως και τη θετική της διάσταση. Φτάνει αυτά τα νέα παιδιά να μη χρειαστεί να χρεώνονται για να αντεπεξέλθουν.

-Κάτι που βλέπουμε να συμβαίνει στην Ελλάδα; 
Ναι, δυστυχώς, πολλά παιδιά στην Ελλάδα θεωρούν αυτονόητο ότι κάνοντας τέτοιες δουλειές θα βάλουν λεφτά απ’ τις τσέπες τους και εργάζονται παράλληλα οπουδήποτε βρουν για να κάνουν αυτό που αγαπούν. 

-Θα πρέπει οι ομάδες αυτές να στηρίζονται από το κράτος; 
Φυσικά, η στήριξη των ομάδων είναι σημαντική εφόσον ένα κράτος μπορεί να την προσφέρει. Απ’ την άλλη όμως θα πρέπει να προσπαθούν και οι ίδιες οι ομάδες ώστε η δουλειά τους να έχει ανταπόκριση από το κοινό. Δεν θα πρέπει να στηρίζονται αποκλειστικά στην κρατική επιχορήγηση.

-Όπως θα γνωρίζετε, έγινε μεγάλη κριτική από ανθρώπους του θεάτρου για το σχέδιο «Θυμέλη» και την κρατική επιχορήγηση στα ελεύθερα θέατρα. Ποια είναι η δική σας  θέση γι’ αυτή την κριτική; 
Έχω ενημερωθεί γι’ αυτό το θέμα. Απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, ο ΘΟΚ βάλλεται λίγο άδικα. Προσπαθεί να βρει τρόπους να υπάρχει μια αδιάβλητη διαδικασία και νομίζω πως το έχει πετύχει. Σε λίγες μέρες θα γίνει μια συνάντηση εδώ στον ΘΟΚ με τα σχήματα που θα υποβάλουν κάποια αιτήματα στο «Θυμέλη», προκειμένου να διερευνήσουμε πώς θα βελτιωθεί το σχέδιο. 

-Υπάρχουν αξιόλογα σχήματα με σημαντική παρουσία που δεν εγκρίθηκαν για χορηγία. 
Είναι κάτι που δεν μπορώ να σχολιάσω, αφού δεν είχα ειδική ενημέρωση ούτε προσωπική εμπλοκή. Όμως η συζήτηση που θα γίνει τις επόμενες μέρες θα βοηθήσει, πιστεύω, να έχουμε λιγότερες δυσαρέσκειες.

-Τα τελευταία χρόνια έχει ενθαρρυνθεί η κυπριακή συγγραφή έργων μέσα από το πρόγραμμα Play. Είναι στα πλάνα σας να συμπεριλάβετε στο νέο ρεπερτόριο έργα Κυπρίων συγγραφέων; 
Ναι, είναι στις προθέσεις μου να έχουμε ένα Κύπριο συγγραφέα κάθε χρόνο, και βεβαίως Κύπριους σκηνοθέτες.  Είμαι σε αναζήτηση και έχω ήδη υπόψη μου συγγραφείς. Με ενδιαφέρει να συνεχίσουμε αυτή τη στήριξη στην κυπριακή συγγραφή.

-Μια κριτική που γίνεται στο ΘΟΚ είναι ότι έχει ανεβάσει έργα με σκηνοθέτες από την Ελλάδα, οι οποίοι έχουν επιλέξει κυρίως Ελλαδίτες ηθοποιούς με ένα-δυο μόνο Κύπριους. 
Είναι κατανοητό γιατί γίνεται αυτή η κριτική. Επιθυμία μου είναι να δώσουμε πολλές ευκαιρίες καταρχάς στους Κύπριους καλλιτέχνες και συντελεστές. Βέβαια, σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο, γίνονται ανοιχτές ακροάσεις και δεν πρέπει να υπάρχουν αποκλεισμοί. Χωρίς διάθεση λογοκρισίας, θέλω να πιστεύω ότι με τις επιλογές που θα κάνουμε τα πράγματα θα ισορροπήσουν και δεν θα έχουμε μια αίσθηση δυσαρμονίας. Ήδη αυτές τις μέρες συναντώ συνέχεια στο γραφείο μου Κυπρίους ανθρώπους του θεάτρου.

-Θεματολογικά πώς θα κινηθείτε στην ετοιμασία του ρεπερτορίου; 
Το να κάνει κανείς ρεπερτόριο το Μάιο δεν είναι το ευκολότερο πράγμα, διότι ήδη αρκετοί καλλιτέχνες με τους οποίους έχω μιλήσει έχουν δεσμεύσεις. Κυρίως ξεκινώ από τους σκηνοθέτες, αν και κάποιες φορές πρέπει να ξεκινά κανείς από τους ηθοποιούς. Έστω και με αυτή την πίεση χρόνου, έχω κάποιες κατευθυντήριες γραμμές. Η τάση μου είναι συνθετική. Δηλαδή θα δούμε κάποια στιγμή στο ρεπερτόριο έργα του Σαίξπηρ και του Μολιέρου, αλλά και σύγχρονους κλασικούς όπως ο Τσέχωφ, ο Στρίντμπεργκ, ο Ίψεν. Και Έλληνες «κλασικούς» επίσης. Θα ήθελα οπωσδήποτε να έχουμε και σύγχρονα έργα που δεν έχουν παιχτεί ξανά στην Κύπρο. 

-Πιστεύετε ότι το θέατρο μπορεί να επιδράσει στη σκέψη των ανθρώπων; 
Πιστεύω ότι το θέατρο μπορεί να αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων. Μια φράση του Ρώσου σκηνοθέτη Βζέβολοντ Μέγιερχολντ με εκφράζει ιδιαίτερα: «Όταν κάνουμε μια παράσταση, το ζητούμενο είναι την επόμενη μέρα ένας πιλότος που την έχει παρακολουθήσει να πετάξει το αεροπλάνο του καλύτερα. Δηλαδή μέσα του να έχει βελτιωθεί σαν άνθρωπος και να έχει κάνει καλύτερο τον τρόπο της ζωής του. Αυτό το πιστεύω πάρα πολύ. Δεν πιστεύω στην απολυτότητα της τέχνης για την τέχνη, αλλά στον ανθρωπιστικό ρόλο του θεάτρου. Το έχω δει να επαληθεύεται από την προσωπική μου εμπειρία.

-Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με το θέατρο; 
Άρχισα να βλέπω θέατρο από τα έξι μου χρόνια, από το 1971. Τότε δεν υπήρχε θέατρο ειδικά για παιδιά. Είχα δει στο Εθνικό τον «Δον Κιχώτη» και τον «Οθέλλο» με τον Μάνο Κατράκη. Βλέπω θέατρο πολλά χρόνια και η προσωπική μου πορεία σαν ανθρώπου έχει επηρεαστεί από το θέατρο. Οι γονείς μου ήταν θεατρόφιλοι και ο θείος μου φανατικός θεατρόφιλος επίσης, που με πήγαινε συστηματικά στο Εθνικό κυρίως. Στη συνέχεια, άρχισα να παρακολουθώ και το Θέατρο Τέχνης, και όταν ενηλικιώθηκα έγινα συστηματικός θεατής του θεάτρου.

-Σπουδάσατε Νομικά στην Αθήνα αρχικά. Έπειτα πώς στραφήκατε στο θέατρο; 
Πάντα ήθελα να κάνω σπουδές στο θέατρο αλλά δεν υπήρχε τότε στην Αθήνα Τμήμα Θεατρικών Σπουδών. Έτσι, έκανα μια συμφωνία με τους γονείς μου και με τον εαυτό μου, ότι τελειώνοντας τη Νομική Σχολή θα συνεχίσω στο εξωτερικό στις θεατρικές σπουδές. Στο Παρίσι τέλειωσα το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών. Εκεί έκανα και το μεταπτυχιακό μου. Επιστρέφοντας πίσω στην Ελλάδα, εργάστηκα σε μια ιδιωτική σχολή όπου παρέδιδα μαθήματα Ιστορίας του Θεάτρου και Δραματολογίας. Το 1999 ο Νίκος Κούρκουλος με πήρε στο Εθνικό και ξεκίνησα σαν άτυπος σύμβουλός του σε ζητήματα ρεπερτορίου. Έπειτα συνεργάστηκα με τον Γιάννη Χουβαρδά ο οποίος, το 2007, μου ανέθεσε το Τμήμα Δραματολογίου Εκδόσεων, Αρχείου και Βιβλιοθήκης.  Έπειτα, επί διεύθυνσης Σωτήρη Χατζάκη, ανέλαβα το Τμήμα Καλλιτεχνικού Έργου. Δεν θέλω να μιλάω για τη δουλειά μου, είμαι όμως ιδιαίτερα χαρούμενος που, ανάμεσα σε άλλα, οργάνωσα και επέβλεψα ως υπεύθυνος την Ψηφιοποίηση του Αρχείου του Εθνικού Θεάτρου.