To Top
21:15 Πέμπτη
12 Δεκεμβρίου 2019
Επόμενο
Προηγούμενο
Τα ωραία, αλλά κάποτε και υπερβολικά εθνικά μας ξεσπάσματα
ΑΡΧΙΚΗΑΠΟΨΕΙΣΑΡΘΡΑ ΣΤΟΝ "Φ" • Τα ωραία, αλλά κάποτε και υπερβολικά εθνικά μας ξεσπάσματα
  19 Νοεμβρίου 2019, 10:48 πμ  
Τα συναντάμε πολύ συχνά στα αθλητικά μας επιτεύγματα –στα άλλα, που δεν είναι και λίγα, όχι τόσο ∙ ίσως γιατί δεν προβάλλονται ανάλογα, δεν είναι αυτό που λέμε «δημοφιλή», και δεν προσφέρονται κιόλας για υπερβολές. Αλίμονο, δηλαδή, εάν με τη βράβευση του Σεφέρη και του Ελύτη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας βγαίνανε τα ΜΜΕ την επόμενη μέρα με την πάγια ανοησία ότι «υποκλίθηκε σε αυτούς όλη η οικουμένη». Ομοίως, δεν μπορώ να φανταστώ να «παραμιλάει όλη η υφήλιος» με τον Έλληνα θεωρητικό επιστήμονα ηλεκτρονικών υπολογιστών Κωνσταντίνο Δασκαλάκη, καθηγητή του φημισμένου MIT της Βοστώνης και τιμηθέντα το 2018 με δύο από τα πιο σημαντικά επιστημονικά βραβεία στον κόσμο, το Rolf Nevanlinna Prize και το Grace Murray Hopper Award (όποιος ενδιαφέρεται, ας τα ψάξει στο Google…).

Η συνήθως πιο συγκρατημένη «Ναυτεμπορική» Αθηνών χθες είχε θέμα με τίτλο «Υπόκλιση του Ξένου Τύπου στον Τσιτσιπά». Και ο ιστότοπος της εφημερίδας Το Βήμα αποφάνθηκε ότι «για μία ακόμη φορά ο Στέφανος μάς έκανε εθνικά υπερήφανους». Καταλαβαίνω και κατανοώ αυτή τη μικρή ή και μεγάλη υπερβολή. Τη βλέπω ως μια επιτρεπτή, έως και καλοδεχούμενη πολυτέλεια, μιας χώρας που δεν έχει πολλές (ή και καμιά επιτυχία) σε λαοπρόβλητα αθλήματα, και όταν έρθει μια τέτοια, φαντασιώνεται ή ονειρεύεται ότι βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής και ότι όλο το σύμπαν την προσκυνά. 

Επαναλαμβάνω, γιατί ζούμε σε περίεργες εποχές: Τις αποδέχομαι και ώς ένα βαθμό τις απολαμβάνω αυτές τις υπερβολές. Δύο πράγματα, όμως, με ενοχλούν και θα τα πω:

Ένα: όταν παίρνουν εθνικές διαστάσεις, είτε πρόκειται για θρίαμβο είτε για τραγωδία.

Και δύο: όταν ξεφεύγουν προς τη χυδαιότητα. 

Το τελευταίο συμβαίνει κυρίως με το ποδόσφαιρο, που εκ της φύσεώς του προκαλεί περισσότερα πάθη απ’ ό,τι το μπάσκετ ας πούμε, το τένις οπωσδήποτε και το γκολφ ακόμα πιο πολύ. Για παράδειγμα, τη σπουδαία επιτυχία της Εθνικής Ελλάδος στο Euro του 2004 τη σκίασαν για μένα κάτι γελοίοι πατριώτες που ανακάλυψαν το σύνθημα «είναι βαριά, είναι βαριά, η π… του τσολιά» και το φώναζαν με πάθος και με καμάρι. Μερικοί μάλιστα, ακόμα και στις κερκίδες των πορτογαλικών γηπέδων, είχαν ντυθεί τσολιάδες και φώναζαν το σύνθημα κρατώντας ομοίωμα πέους. 

Το σύνθημα έγινε και τίτλος σε εφημερίδες. Ανέβηκε και σε επιθεώρηση. «Αναπτέρωσε», είπαν, «το πεσμένο μας ηθικό». Ποιο; Το πέος του τσολιά;

Υπάρχει, όμως, και μια ενδιαφέρουσα διάσταση στο αντίθετο φαινόμενο. Εκείνου που, για πολλούς και διάφορους λόγους, μας κάνει ρεζίλι διεθνώς. Και πάλι, αυτή η απαξίωση απορρέει κυρίως από το ποδόσφαιρο, αλλά εδώ και κάποια χρόνια εντοπίζεται και σε πράξεις πολιτικής ή σε ακραία κοινωνικά φαινόμενα. Τον πρώτο καιρό της κρίσης στην Ελλάδα, τα αρνητικά δημοσιεύματα του ξένου Τύπου ήταν πολλά και έβγαιναν θαρρείς κατά ριπάς. Εμφανίζονταν σε αυτά πολλά από τα κακώς κείμενά μας, τα οποία ώς τότε τα ξέραμε μόνο εμείς και τα κρατούσαμε μέσα στην οικογένεια. Κάτω από το χαλί.

Αυτό συμβαίνει και σε άλλες χώρες, όμως. Οι Βρετανοί, για παράδειγμα, έχουν φάει το ξύλο της ζωής τους από ξένα ΜΜΕ από το καλοκαίρι του 2016 που ψήφισαν υπέρ του Brexit. Οι δε εφημερίδες τους, που ήταν και είναι ακόμα υπέρ της παραμονής της χώρας στην ΕΕ, έχουν χρησιμοποιήσει πολλές φορές τη φράση «What a disgrace!», που είναι αντίστοιχη με τη δικιά μας «Πόση ξεφτίλα!». Και οι του Brexit πολιτικοί έχουν πει πολλές φορές «let’s keep it within the family». Μην το μάθει η γειτονιά!

Νομίζω, όμως, πως η περίπτωση της απαξίωσης, είτε εκ των έσω είτε εκ των έξω, είναι πολύ διαφορετική, ως ψυχοπαθολογικό φαινόμενο, από εκείνο της εθνικής υστερίας που μας καταλαμβάνει σε καιρούς θριάμβου ή καταστροφής. Οι ψύχραιμοι πολίτες, μέσα και έξω, χαίρονται με τον θρίαμβο ενός σχετικά άγνωστου τενίστα που έρχεται από μια χώρα δίχως περγαμηνές στο άθλημα, αλλά δεν παθαίνουν ντελίριο, ούτε παραμιλάνε.

Ομοίως, οι ίδιοι πολίτες, μέσα και έξω, αντιλαμβάνονται πολύ καλά πότε μια χώρα απαξιώνει τον εαυτό της (προβάλλοντας κάποτε και τις υπόλοιπες, ιδίως εάν ανήκει στον ίδιο συνασπισμό) και δεν έχουν κανένα πρόβλημα να της το επισημάνουν. Το ίδιο ισχύει και για πρόσωπα. 

Ο Ντόναλντ Τραμπ, πχ, είναι κλασική περίπτωση ανάγωγου και αγράμματου ανθρώπου, που κατέχει το υψηλότερο αξίωμα της χώρας του και την εκθέτει συνεχώς και αδιαλείπτως! Όπως και να το δεις, είναι ξεφτίλα, ναι! Και μάλιστα...  οικουμενική!
 
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...