To Top
19:15 Τρίτη
16 Ιανουαρίου 2018
Επόμενο
Προηγούμενο
Γειτονικά «εγκλήματα»
ΑΡΧΙΚΗΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΚΡΙΤΙΚΕΣ & ΓΝΩΜΕΣ Γειτονικά «εγκλήματα»
  03 Δεκεμβρίου 2017, 12:33 μμ  

Αρκετά άρθρα, μελέτες και βιβλία έχουν γραφτεί για να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της κοινωνιολογικής, εγκληματολογικής και ψυχαναλυτικής συγγένειας μεταξύ της νουβέλας του Παπαδιαμάντη «Η Φόνισσα» και του μυθιστορήματος του Ντοστογέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία». Πρόκειται για έργα- σταθμούς, γραμμένα από υπέρλαμπρους τολμητίες της παγκόσμιας διανόησης και, πράγματι, παρότι αποτελούν διακριτά μυθοπλαστικά οικοδομήματα, παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες, ειδικότερα ως προς τον τρόπο που οι συγγραφείς βυθίζονται στην ψυχοσύνθεση των ηρώων τους και περιγράφουν τις κοινωνικές συνθήκες που τους ώθησαν σε αποτρόπαιες πράξεις.

Και στις δύο περιπτώσεις, ο φόνος είναι το αφηγηματικό πρόσχημα για μια εις βάθος εξερεύνηση των ορίων της ανθρώπινης ύπαρξης. Τόσο ο Ρασκόλνικοφ, όσο και η Φραγκογιαννού ηθικοποιούν και «ιδεολογικοποιούν» τα εγκλήματά τους, υφαίνοντας μέσα στο ταραγμένο τους μυαλό παράτολμες θεωρίες με κοινωνιο-βιολογικούς όρους και αναγορεύοντας εαυτούς σε αυτόκλητους αποκαταστάτες της κοινωνικής αρμονίας.

Μια αλλόκοτη συγκυρία, μέσα στη φθινοπωρινή θεατρική «υπερφόρτωση», έφερε τις παραγωγές με τα συγκεκριμένα έργα να ανεβαίνουν όχι απλώς την ίδια περίοδο, στην ίδια πόλη, αλλά και στο ίδιο κτήριο: το «Έγκλημα και Τιμωρία» στο Θεάτρο Διόνυσος και η «Φόνισσα» στο Πάνθεον, δύο χώρους που παλιότερα αποτελούσαν αίθουσες του ίδιου κινηματογράφου. Ούτε συνεννοημένοι να ήταν. Κι επειδή η σύμπτωση παραπήγε, το εξέλαβα ως ευκαιρία να αποτολμήσω να ανιχνεύσω αυτή την περίφημη σύνδεση με όχημα το σκηνικό αποτέλεσμα.

Κοινή αφετηρία και μέγιστη πρόκληση για τον Γιάννη Ιορδανίδη και τον Σπύρο Αντωνέλλο ήταν ακριβώς το γεγονός ότι δεν μιλάμε για θεατρικά έργα, αλλά για δύο πεζογραφήματα- ογκόλιθους που χρήζουν αναρίθμητων αναγνώσεων και σκηνικών κατευθύνσεων. Γεγονός, φυσικά, που ανεβάζει καθοριστικά και τον δείκτη δυσκολίας. Έχω την εντύπωση ότι ο Ιορδανίδης δεν με «βοηθά» στην απόπειρα, επειδή η ατραπός που επέλεξε να ακολουθήσει από τον πολυδαίδαλο κόμβο του ντοστογεφσκισκού σύμπαντος ακολουθεί κυρίως τη δραματική διελκυστίνδα μεταξύ του Ρασκόλνικοφ και του ανακριτή Πορφύρη Πετρόβιτς.

Ο Τόμας Μαν χαρακτήρισε το «Έγκλημα και Τιμωρία» ως το σημαντικότερο αστυνομικό μυθιστόρημα όλων των εποχών και με την προσέγγισή του ο Ιορδανίδης δείχνει ότι δεν διαφωνεί. Στις αστυνομικές ιστορίες, για λόγους διατήρησης του ενδιαφέροντος, συνήθως δεν γνωρίζουμε από την αρχή τον δολοφόνο. Έτσι, ο σκηνοθέτης, σε αντίθεση με τον συγγραφέα, επιλέγει ουσιαστικά να μας τον «αποκρύψει», ενισχύοντας τα δραματικά απρόοπτα και χτίζοντας μια «σκληροπυρηνική» ατμόσφαιρα μυστηρίου.

Η πλοκή μπορεί έτσι να ήταν πιο ενδιαφέρουσα για τον θεατή, όμως αναπόφευκτα μόνιμη σκηνική διέξοδος για τις μύχιες σκέψεις και τους κρίσιμους εσωτερικούς μονολόγους του Ρασκόλνικοφ (Γιώργος Αναγιωτός), που εν τέλει εξηγούν τα κίνητρά του, απομένει η μεθοδική ψυχολογική ανατομία και ο εξαντλητικός πόλεμος νεύρων από πλευράς του ανακριτή (Ανδρέας Τσουρής). Αναπόφευκτα, προηγήθηκε ένα ανελέητο «κοσκίνισμα» που «γέννησε» ανισορροπίες. Το βάρος έπεσε στους δύο πρωταγωνιστές που δεν έχασαν την ευκαιρία να καταθέσουν δύο πραγματικά χορταστικές ερμηνείες.

Από την παράσταση του Ιορδανίδη απουσίαζε η ονειρική διάσταση του εγκλήματος κι επιλέχθηκε να μην παρασταθεί καθόλου η κρίσιμη σκηνή του εγκλήματος, αλλά να δεσπόζει οπτικά. Αντίθετα, ο Σπύρος Αντωνέλλος όχι μόνο επιχείρησε να «χτίσει» ολόκληρο το σύμπαν του Παπαδιαμάντη, αλλά υπερθεματίζει κιόλας. Δημιουργεί με κινηματογραφικούς όρους ένα επιβλητικά αινιγματικό, όσο και σουρεαλιστικό τοπίο τρόμου.

Εννοείται πως αυτό παραπέμπει στο μυαλό της Χαδούλας, φρονώ όμως πως είναι ένας εφιάλτης που μάλλον εκμαιεύεται, παρά προκύπτει από το κείμενο. Σε αντίθεση με τον Ρασκόλνικοφ, η φόνισσα του Παπαδιαμάντη μένει αμετανόητη ως το τέλος, επιλέγοντας να χαθεί «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης». Μέχρι τότε, μέσα στον παραλογισμό της, έχει τη βαθιά πεποίθηση ότι κάνει το καλό και «σώζει» τα μικρά κορίτσια από μια προδιαγεγραμμένη μαρτυρική ζωή.

Σεβαστή η σκηνοθετική άποψη, η επιλογή μιας πιο πειραματικής και δύσβατης προσέγγισης, ειδικά όταν επιπλέον είναι και αποτέλεσμα πολύμηνης μελέτης και προσπάθειας, με λιγοστά μέσα και πολύ μεράκι. Δεν έπρεπε να υποτιμηθεί όμως ο κίνδυνος για σοβαρές παρεκκλίσεις προς οπτικές παραφωνίες και μια γκροτέσκα, παραμορφωτική αισθητική, που ισορροπούσε ανατριχιαστικά οριακά μεταξύ του μυστηριώδους και του χονδροειδούς.

  Γιώργος Σαββινίδης   
Σχολιάστε την Είδηση

Τα σχόλια εκφράζουν ΜΟΝΟ τις απόψεις των χρηστών που τις δημοσιεύουν, τις οποίες και δεν υιοθετεί το philenews.com. Προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.