Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται μπροστά σε μια από εκείνες τις στιγμές, κατά τις οποίες η πολιτεία καλείται να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να κρύβεται πίσω από φοβικά σύνδρομα ή αν θα τολμήσει να κάνει το βήμα που επιβάλλει η ωμή πραγματικότητα.
Για χρόνια συζητούμε για το οργανωμένο έγκλημα. Για εκτελέσεις στη μέση του δρόμου. Για κυκλώματα ναρκωτικών. Για ξέπλυμα χρήματος. Για εγκληματικές οργανώσεις που δρουν με τεχνολογία, μυστικότητα και διεθνείς διασυνδέσεις. Παράλληλα, ακούμε τις Αρχές να λένε ότι χωρίς σύγχρονα εργαλεία διερεύνησης, η μάχη αυτή είναι άνιση.
Τώρα, η Πολιτεία επιχειρεί να καλύψει ένα θεσμικό κενό που υπάρχει εδώ και δεκαετίες. Τα νομοσχέδια που προωθεί η κυβέρνηση προβλέπουν τη δυνατότητα άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών σε περιπτώσεις τρομοκρατίας, σοβαρού οργανωμένου εγκλήματος και απειλών κατά της ασφάλειας του κράτους. Πρόκειται για ένα βήμα, που η Κυπριακή Δημοκρατία άργησε υπερβολικά να κάνει.
Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τέτοια εργαλεία υπάρχουν εδώ και χρόνια. Δεν πρόκειται για αυταρχική καινοτομία, ούτε για κάποιο σκοτεινό πείραμα παρακολούθησης. Είναι βασικό εργαλείο για να αντιμετωπιστούν εγκληματικά δίκτυα τα οποία λειτουργούν με επαγγελματισμό και διεθνείς διασυνδέσεις.
Η Κύπρος, αντιθέτως, προσποιούνταν ότι μπορεί να αντιμετωπίσει εγκληματικές οργανώσεις του 21ου αιώνα με εργαλεία του περασμένου αιώνα. Αυτό, όμως, δεν είναι σοβαρό κράτος.
Ήρθε λοιπόν η στιγμή να γυρίσει σελίδα η Δημοκρατία. Να δοθούν στις διωκτικές αρχές τα μέσα που χρειάζονται για να αντιμετωπίσουν το οργανωμένο έγκλημα και τις πραγματικές απειλές κατά της ασφάλειας του κράτους. Να δοθεί στον Υπουργό Δικαιοσύνης Κώστα Φυτιρή, το θεσμικό πλαίσιο ώστε η μάχη κατά του υποκόσμου να μην δίνεται με δεμένα χέρια.
Και βεβαίως, δεν εθελοτυφλούμε. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το παρελθόν κάποιων κρατικών υπηρεσιών είναι αμαρτωλό. Δεν ξεχνάμε πως στο παρελθόν, αξιοποιούσαν τις παρακολουθήσεις σε βάρος πολιτικών αντιπάλων και αθώων πολιτών, οι οποίοι ετύγχανε να ανήκουν σε άλλη παράταξη.
Γι’ αυτό ακριβώς, και δεν έχουμε τον παραμικρό ενδοιασμό να υπερτονίσουμε ότι, σε μια δημοκρατία, το υπερόπλο των παρακολουθήσεων πρέπει να συνοδεύεται από ισχυρές ασφαλιστικές δικλείδες. Το απόρρητο των επικοινωνιών δεν είναι μια τυπική νομική διάταξη. Είναι θεμελιώδες δικαίωμα που προστατεύει τον πολίτη από αυθαιρεσίες της εξουσίας. Οποιαδήποτε παρέμβαση σε αυτό πρέπει να διέπεται από αυστηρές αρχές στη βάση της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της νομιμότητας.
Η πρόνοια για δικαστικό ένταλμα, η γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα, η ιχνηλάτηση κάθε διαδικασίας παρακολούθησης και οι βαριές ποινές για παράνομες παρακολουθήσεις αποτελούν σημαντικές θεσμικές εγγυήσεις. Το τονίζουμε όμως: Πρέπει να είναι πραγματικές, όχι διακοσμητικές.
Το επαναλαμβάνουμε με παρρησία για να αποκλείσουμε και το ελάχιστο ψήγμα ενδεχόμενης παρερμηνείας της τοποθέτησης της στήλης: Στην Κύπρο, αν κάποιος μηχανισμός του κράτους αποφάσιζε στο παρελθόν να παρακολουθήσει κάποιον πολίτη, δύσκολα θα υπήρχε τρόπος να το αποτρέψει κανείς. Η πραγματικότητα αυτή δεν αποτελεί ούτε μυστικό ούτε συνωμοσιολογία. Ακριβώς γι’ αυτό, χρειάζεται σαφές, διαφανές και αυστηρό νομικό πλαίσιο. Για να περιορίσει στο ελάχιστο τις όποιες αυθαιρεσίες.
Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι σήμερα η συζήτηση γίνεται λες και η Κύπρος ζούσε σε έναν κόσμο απόλυτης προστασίας της ιδιωτικότητας. Η αλήθεια είναι ότι μέχρι σήμερα υπήρχε ένα θολό τοπίο. Χωρίς ξεκάθαρους κανόνες και χωρίς θεσμική λογοδοσία. Το νέο πλαίσιο μπορεί –αν εφαρμοστεί σωστά– να φέρει ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, περισσότερη διαφάνεια και περισσότερους ελέγχους.
Η ευθύνη πλέον βρίσκεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η αναθεώρηση του Συντάγματος απαιτεί 38 ψήφους. Απαιτεί δηλαδή ευρεία πολιτική συναίνεση. Τα κόμματα καλούνται να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων. Όχι με μικροκομματικούς υπολογισμούς. Ούτε με εύκολα συνθήματα του παρελθόντος, που χαϊδεύουν φοβικά αντανακλαστικά της κοινωνίας. Αλλά με σοβαρότητα.
Η κοινωνία απαιτεί ασφάλεια. Απαιτεί όμως και προστασία των δικαιωμάτων της. Η ισορροπία μεταξύ αυτών των δύο δεν είναι εύκολη. Είναι όμως το θεμέλιο κάθε δημοκρατικού κράτους. Και είναι η στιγμή να ενώσουμε όλοι δυνάμεις ώστε να πετύχουμε αυτή την ισορροπία.
Η Κύπρος δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει να πολεμά το οργανωμένο έγκλημα με τα μάτια δεμένα. Ούτε όμως και να δώσει λευκή επιταγή σε οποιονδήποτε μηχανισμό εξουσίας. Η λύση βρίσκεται κάπου στη μέση. Απαιτούνται ισχυρά εργαλεία για την ασφάλεια του κράτους, αλλά και ισχυρές εγγυήσεις για την προστασία του πολίτη.
Αν η Βουλή και η κυβέρνηση καταφέρουν να πετύχουν αυτή την ισορροπία, τότε η Κύπρος θα έχει κάνει ένα σημαντικότατο βήμα μπροστά. Σε διαφορετική περίπτωση, θα έχουμε απλώς προσθέσει άλλο ένα κεφάλαιο στη μακρά ιστορία της θεσμικής ανικανότητας. Και βεβαίως, οι εγκέφαλοι του οργανωμένου εγκλήματος θα ανοίξουν και πάλι σαμπάνιες…