Χαίρεσαι πραγματικά όταν νέοι άνθρωποι αναζητούν την ιστορία του τόπου τους, ψηλαφούν την ταυτότητα των ανθρώπων του και προσπαθούν να βγάλουν από τη λήθη σημαντικά γεγονότα από το πρόσφατο παρελθόν μας.
Η Μαγδαλένα Ζήρα και η Νέδη Αντωνιάδη εργάστηκαν δύο χρόνια για να μελετήσουν, να πάρουν συνεντεύξεις και να γράψουν ένα θεατρικό κείμενο για τις πορείες γυναικών και την κίνηση «Οι Γυναίκες Επιστρέφουν». Μέσα από τα λόγια των ίδιων των γυναικών που είχαν οργανώσει ή συμμετάσχει στις πορείες (1987–1989) ζωντάνεψαν στιγμές συλλογικότητας και αγωνιστικότητας, θάρρους και τόλμης, αλλά και βαθιάς αγάπης για τον τόπο και τις αβάστακτες πληγές του. Οι ζωντανές αφηγήσεις συμπληρώθηκαν από ιστορικό αρχειακό υλικό, κυρίως αποσπάσματα από τον Τύπο της εποχής, που έδιναν την ατμόσφαιρα της ιστορικής περιόδου.
Αυτό που επιβεβαιώνει το πόσο σωστά εργάστηκαν η Μαγδαλένα Ζήρα και η Νέδη Αντωνιάδου είναι τα συναισθήματα γυναικών που παρακολούθησαν την παράσταση. Όλες ήταν συγκινημένες, όλες εξέφρασαν την ικανοποίησή τους και το θαυμασμό τους για το πώς οι δύο δημιουργοί κατάφεραν να ζωντανέψουν όλο το ιστορικό των πορειών: Πώς άρχισαν, από ποιες, ποια ήταν η σειρά των γεγονότων, πώς διοργανώθηκαν, τι δυσκολίες είχαν, πώς αντιμετωπίστηκαν. Καμιά δεν ένιωσε ότι κάτι δεν αποδόθηκε ή δεν ερμηνεύθηκε σωστά. Γιατί προβλήθηκαν όλες οι στάσεις των γυναικών που συμμετείχαν: Και αυτή που ήθελε να εκφράσει την επιθυμία της για επιστροφή στη γη της, και αυτή που ήθελε να δείξει το παράλογο του διαχωρισμού και της διχοτόμησης της πατρίδας της, και αυτή που είχε θρησκευτική πίστη και ελπίδα για το γυρισμό, και αυτή που είχε απελπιστεί από την απραξία των πολιτικών, και αυτή που ένιωθε ότι έπρεπε να κάνει κάτι για τον τόπο της για να μπορεί να βλέπει στα μάτια τα παιδιά της. Ακόμα και αναφορές στις διαφωνίες και τη διάσπαση της Κίνησης ακούστηκαν.
Τότε, με τους πολιτικούς να κοροϊδέυουν τον κόσμο με ένα «Δεν ξεχνώ» ή με διαπραγματεύσεις από τις οποίες φεύγαμε πάντα με κάτι λιγότερο, με τα τετελεσμένα της κατοχής να παγιώνονται χρόνο με το χρόνο, αυτές οι γυναίκες προσπάθησαν να αντιδράσουν, να κάνουν κάτι για τον τόπο τους. Να δείξουν ότι ζητούν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το να επιστρέφεις στο σπίτι σου ή να περπατάς στη γη σου. Και το έκαναν με υπευθυνότητα και άψογη οργάνωση, για να διασφαλίσουν το ειρηνικό της πορείας και την ασφάλεια των γυναικών. Στις πορείες προσκάλεσαν γυναίκες από το εξωτερικό και ξένα μέσα ενημέρωσης. Αυτό από μόνο του ήταν μια τεράστια δουλειά, που απαιτούσε συνεργασία και συντονισμό με πολλά άτομα στην Κύπρο και στο εξωτερικό.

Όλα αυτά τα έδειξε πολύ ωραία το θεατρικό, όπως και τις υποβολιμαίες από τους πολιτικούς αντιδράσεις του Τύπου και των ΜΜΕ. Αντί οι ηγέτες να αξιοποιήσουν αυτή την προσπάθεια, την αντιμετώπισαν καχύποπτα, διότι ξέφευγε από τα δικά τους κομματικά στεγανά ή πρότυπα. Η ανταπόκριση του κόσμου, που εμπιστευόταν και ακολουθούσε πειθαρχημένα μια ομάδα άγνωστων γυναικών, που οι ίδιοι δεν έλεγχαν, τους φόβιζε και τους έκανε να χλευάζουν τις προσπάθειές τους.
Το βασικό σκηνικό στην παράσταση ήταν ένα τραπέζι γύρω από το οποίο συζητούσαν γυναίκες που ενσάρκωναν μέλη της ηγετικής ομάδας της Κίνησης πίνοντας το τσάι τους. Στο δάπεδο, μια συμβολική λωρίδα γης από την πατρίδα που οι γυναίκες αυτές πάτησαν περνώντας για πρώτη φορά μετά το 1974 μέσα στην κατεχόμενη Κύπρο. Η παράσταση εμπλουτιζόταν με οπτικό υλικό, αλλά η έμφαση δόθηκε στο λόγο των ίδιων των γυναικών.
Πραγματικά το έργο μπορεί να παρουσιαστεί παντού και να αξιοποιηθεί με ποικίλους τρόπους. Είναι από τα έργα που προσφέρονται για αναστοχασμό και προβληματισμό σε πολλά επίπεδα. Ένα πολύτιμο ντοκουμέντο για την ιστορία της γυναίκας της Κύπρου και τις προσπάθειές της να αρθρώσει τον δικό της λόγο στην πολιτική πραγματικότητα της Κύπρου. Μια πολύ αξιόλογη στιγμή στα θεατρικά πράγματα της Κύπρου, που δείχνει τι μπορούν να κάνουν νέοι άνθρωποι, αν επιτέλους τους εμπιστευτούμε και τους δώσουμε τα μέσα να το κάνουν.