Eίναι η σκηνογράφος της τελευταίας κυπριακής παραγωγής αρχαίας τραγωδίας για το φετινό καλοκαίρι. Η «Ιφιγένεια», που ανεβαίνει στο Λήδρα Πάλας, έχει έναν λευκό τοίχο και το συρματόπλεγμα για φόντο. «Είμαι της άποψης πως άμα ανεβάζεις μια τραγωδία πρέπει να έχεις το θάρρος να πεις την ιστορία με τον δικό σου τρόπο». Στην πορεία συνειδητοποιώ πως αυτό για το οποίο μίλησε τη χαρακτηρίζει. Και πως εκτός από θαρραλέα, διαθέτει ένα βαθύ ένστικτο που καθοδηγεί τις επιλογές της.

Πού θα έλεγες πως βρίσκεται η ιδιαιτερότητα της παράστασης «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»; Αυτή την παράσταση αποφασίσαμε να την κάνουμε μόνοι μας. Με τις δικές μας δυνάμεις, μια που η επιχορήγηση που πήραμε ήταν μικρή. Το ήθελε πολύ και η Μαγδαλένα Ζήρα, που τη σκηνοθέτησε κι έκανε τη διασκευή. Στην πορεία βρέθηκαν κι άλλοι μικροί χορηγοί, οι οποίοι πίστεψαν στο όραμα του Φανταστικού Θεάτρου. Έχουμε μια πολύ καλή ομάδα και το κλίμα στις πρόβες είναι ωραίο. Οι ηθοποιοί είναι ταλαντούχοι και νέοι οι περισσότεροι. Υπάρχει μια πολύ φρέσκια σκηνοθετική προσέγγιση και μια μοντέρνα και απλή και απογυμνωμένη προσέγγιση από τα πρέπει που συνοδεύουν συνήθως το ανέβασμα ενός αρχαίου δράματος, από όλους τους συντελεστές.

Σαν Φανταστικό Θέατρο, μέλημά μας είναι η ιστορία καθεαυτή να φτάνει στο κοινό. Ξέρεις, είναι ωραία να βλέπεις όμορφες εικόνες με σκηνοθετικά ευρήματα, αλλά δεν αρκούν. Μου τυχαίνει να βλέπω παραστάσεις με ωραία σκηνικά και κοστούμια, αλλά η ιστορία να χάνεται μέσα σ’ όλο αυτό. Οπότε νομίζω ότι πρωταρχικό μέλημά μας είναι να είμαστε ειλικρινείς, παρουσιάζοντας μια λιτή και καλοδουλεμένη παράσταση. Θα έχουμε νομίζω ένα πολύ καλό αποτέλεσμα. Σ’ αυτή την «Ιφιγένεια» όλοι οι συντελεστές καταθέσαμε την ψυχή μας.

Επιλέξατε ως σκηνικό την Πράσινη Γραμμή… Ήταν σημαντικό να έχουμε έναν εξωτερικό χώρο. Κι επιλέξαμε τελικά να είμαστε κοντά στην Πράσινη Γραμμή, για ευνόητους λόγους. Είναι ένα αντιπολεμικό έργο, αν και πραγματεύεται και πολλά άλλα πράγματα.

Πώς λειτουργείς σ’ έναν εξωτερικό χώρο; Ποιο το δικό σου στοίχημα σ’ αυτή την παράσταση; Είτε σε εξωτερικό είτε σε εσωτερικό χώρο, λειτουργώ το ίδιο, δηλαδή ο χώρος είναι αυτός που θα μου δώσει τις προοπτικές. Βλέποντάς τον, εντελώς ενστικτωδώς ξέρω πώς πρέπει να στηθεί, πού πάει το πράμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση επίσης μας μίλησε ο ίδιος ο χώρος. Ο τοίχος με το συρματόπλεγμα, κι από πάνω μια λεπτή κορδέλα από σπίτια της κατεχόμενης Λευκωσίας. Είναι ένα πολύ απλό σκηνικό, αλλά φορτισμένο συγκινησιακά, με το φόντο να οδηγεί την παράσταση. Δεν υπάρχει τίποτε το περιττό. Είναι ο τοίχος, οι ηθοποιοί, τρία αντικείμενα και δεκατρείς καρέκλες.   

Αναφέρθηκες σε μια ενστικτώδη καθοδήγηση… Κινούμαι ενστικτωδώς, Ένα βαθύ αίσθημα με καθοδηγεί. Γνωρίζω τι θα δουλέψει και τι όχι σε μια σκηνή. Για το τελικό αποτέλεσμα υπάρχει πάντοτε ανασφάλεια, αν και με τα χρόνια η εμπειρία σού δίνει μια σιγουριά. Πάντα έχεις αγωνία να το δεις στημένο, φωτισμένο, με τους ηθοποιούς. Συνήθως όμως ξέρεις αν είσαι σε καλό δρόμο από πολύ νωρίς.

Μια νέα θεατρική πρόταση τι θα πρέπει να προϋποθέτει; Να είναι καλοδουλεμένη. Εκτιμώ το σκηνοθετικό θάρρος, αλλά και την πρόθεση να πεις την ιστορία με τον δικό σου τρόπο. Όποιο κι αν είναι το κόστος.

Θα έλεγες πως το θάρρος αποτελεί και μια δική σου δημιουργική έκφραση; Ναι. Τώρα πια, ναι. Ειδικά όσο μεγαλώνεις, αφού στα πρώτα σου βήματα είναι πολύ πιο εύκολο, λόγω ανασφάλειας, να οδηγηθείς στην υπερβολή. Τώρα νιώθω πως δεν θέλω να αποδείξω κάτι, οπόταν τείνω προς την απλότητα και τη λιτότητα, που βρίσκω πολύ πιο συγκινητική. Μπορεί να δημιουργήσεις εικόνες που δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι ένα σκηνικό. Εμείς οι σκηνογράφοι έχουμε ρόλο να φτιάχνουμε κόσμους φανταστικούς για μια δεδομένη στιγμή, για όσο είναι αναμμένοι οι προβολείς. Δεν είναι πρωτογενής η δημιουργία μας, δεν θα φτιάξω κάτι που θα υπάρχει σαν έργο τέχνης εκτός του πλαισίου της θεατρικής παράστασης. Οπότε είναι σημαντικό να θυμάσαι πάντα πως κινείσαι στα πλαίσια ενός έργου, ενός γραπτού λόγου που θα πρέπει να σεβαστείς, με ηθοποιούς και πολλούς άλλους συντελεστές. Κι εδώ είναι πολύ σημαντική η συνεργασία. Η χημεία. Πρωτίστως με τον σκηνοθέτη-καπετάνιο της παράστασης, αλλά και με τους υπόλοιπους. Με τον κάθε ένα ηθοποιό ξεχωριστά, με τον μουσικό, τον χορογράφο, τον φωτιστή, με τους πάντες. Είναι σημαντικό να δημιουργείς με ωριμότητα. Να μην έχεις την τάση να εντυπωσιάσεις κανένα. Το κατανοώ αυτό όταν το βλέπω στους νεότερους, γιατί την πέρασα τη φάση αυτή.

Βρίσκεσαι προς το τέλος της δεύτερης επαγγελματικής σου δεκαετίας. Υπήρξαν, θα έλεγες, στιγμές που ξεχώρισες, που αγάπησες περισσότερο; Υπάρχουν στιγμές που νιώθω περήφανη για το αποτέλεσμα μιας δουλειάς, αφού με αντιπροσώπευε ακριβώς. Δεν θα πρόσθετα ούτε θα αφαιρούσα τίποτα. Και άλλες, που αν και τις έχω καταγράψει ως πολύ όμορφες, το αποτέλεσμα δεν ήταν ό,τι καλύτερο για την παράσταση…

Το βραβείο του ΘΟΚ ήταν μια ικανοποίηση όταν ήρθε; Όχι ακριβώς ικανοποίηση. Η συγκεκριμένη δουλειά μου άρεσε, είχε να κάνει με κοστούμια εποχής, που αγαπώ, αλλά ένα βραβείο δεν σε κάνει καλύτερο. Θεωρώ πως ο καθένας μας, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, γνωρίζει αν έχει παραδώσει μια δουλειά που τον αντιπροσωπεύει ή όχι. Ένα βραβείο μπορεί να σου προσφέρει μια ηθική ικανοποίηση, αλλά θέλω να πιστεύω πως οι περισσότεροι από μας δεν τρεφόμαστε με αυταπάτες. Ο καλύτερος μας κριτής πρέπει να είναι ο εαυτός μας.

Πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα όταν ξεκίνησες; Ήταν δύσκολη η διαδρομή μέχρι να πάρω την απόφαση να ασχοληθώ με το θέατρο. Τελείωσα τη Νομική στην Αθήνα και είχα αποφασίσει πως δεν πρόκειται να ασχοληθώ μ’ αυτό. Παράλληλα, έκανα fashion design, γιατί ήταν ό,τι πιο κοντινό υπήρχε στο κοστούμι, και ξεκίνησα να δουλεύω ως βοηθός. Σε μια ταινία η Ειρήνη Παπά μού είπε «κοριτσάκι, αν θες να ασχοληθείς μ’ αυτό, να πας να το σπουδάσεις». Ένα καλοκαίρι μάζεψα τη δουλειά μου και την έστειλα σε πανεπιστήμια. Όταν ήρθε απάντηση –ήταν θυμάμαι Παρασκευή– έκλεισα τα εισιτήρια και Σάββατο έφτασα στο Μπέρμινγχαμ μέσω Άμστερνταμ. Δεν είχα διευθετήσει καν τη διαμονή μου, θυμάμαι είχα κοιμηθεί πάνω στο γυμνό πλαστικό στρώμα στο χολ του πανεπιστημίου, κι ήμουν πανευτυχής. Έκανα επιτέλους αυτό που ήθελα. Όταν ήρθα Κύπρο, δεν έκανα θέατρο. Το φοβόμουν. Δούλεψα τα πρώτα χρόνια στην τηλεόραση και αποκόμισα πολλές τεχνικές γνώσεις. Όταν αποφάσισα να δείξω τη δουλειά μου στον ΘΟΚ, ήρθε και η πρώτη συνεργασία. Στο «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τενεσί Ουίλιαμς, σε σκηνοθεσία Αντρέα Μαραγκού. 

Έχεις την ευχέρεια να μπορείς να επιλέξεις τις δουλειές σου πια; Νομίζω πως ναι. Το θέατρο δεν με ζει από μόνο του. Ασχολούμαι με πολλά άλλα, όπως το corporate design, κι έχω τη δυνατότητα να κάνω επιλογές. Και πλέον στην ηλικία που είμαι θα έλεγα πως η δουλειά μου δεν είναι πια η ζωή μου ολόκληρη. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα που μετρούν στον δικό μου μικρόκοσμο. 

Και πώς κάνεις πια τις επαγγελματικές σου επιλογές; Με το ένστικτό μου. Το οποίο αποφάσισα να εμπιστεύομαι, γιατί τις λιγοστές φορές που δεν το έκανα, δεν μου βγήκε σε καλό. Κάποιος μπορεί να πει πως είμαι τολμηρή, κάποιος άλλος ανώριμη και άσκεφτη.  Οι επιλογές μου όμως έχουν να κάνουν μ’ αυτό. Αλλά και με ανθρώπους με τους οποίους έχω δουλέψει στο παρελθόν, ξέρω πως υπάρχει μεταξύ μας χημεία και πως το αποτέλεσμα ή το ταξίδι ως τον τελικό προορισμό θα είναι πολύ καλό. 

Είδες να αλλάζει κάτι αυτά τα χρόνια; Η οικονομική κρίση και η φτώχεια σ’ ό,τι αφορά τον πολιτισμό στη χώρα μας οδήγησαν στη δημιουργία μικρών ομάδων από νεαρά και όχι μόνο άτομα. Που επειδή δεν έχουν άλλο τρόπο να εκφραστούν, κάνανε κάτι από μόνοι τους. Παρουσιάζονται ωραίες δουλειές, σε αντίξοες συνθήκες, με χαμηλό οικονομικό προϋπολογισμό, όπως η παράσταση «Πλούτος» πέρσι. Από την άλλη, βλέπω καλούς και ταλαντούχους ηθοποιούς που βρίσκονται σε σημείο εξάντλησης, γιατί κάνουν πολλά πράγματα για να αντεπεξέλθουν. Το όμορφο των τελευταίων χρόνων είναι πως παρά τις αντικειμενικά δύσκολες συνθήκες δημιουργίας, υπάρχει μια νέα γενιά που θαυμάζω για το πείσμα της.

Υπήρξαν στιγμές που θέλησες να αποχωρήσεις από κάποια συνεργασία; Υπήρξαν στιγμές που ίσως θα έπρεπε να είχα φύγει, αλλά δεν το έκανα. Ένιωθα ότι ως μέλος της ομάδας όφειλα να μείνω μέχρι το τέλος. Ακόμα κι αν μ’ αυτόν τον τρόπο πρόδινα και τον εαυτό μου…

Ιnfo: «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», Ευριπίδη. 23, 25, 26, 27, 28 Ιουλίου, 21:00. Μάρκου Δράκου 15, πριν από το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας (Σωματείο Ελεύθερη Ενιαία Καρπασία). Κρατήσεις: 99246270, 97626798. Η παράσταση ανεβαίνει σε διασκευή και σκηνοθεσία Μαγδαλένας Ζήρα, σκηνικά-κοστούμια Έλενας Κατσούρη, μουσική Αντώνη Αντωνίου, χορογραφία Φώτη Νικολάου, φωτισμούς Καρολίνας Σπύρου και φωτογραφίες Σωκράτη Σωκράτους. Επί σκηνής: Ειρήνη Ανδρέου, Φώτης Αποστολίδης, Νίκη Δραγούμη, Στέλιος Καλλιστράτης, Βαλεντίνος Κόκκινος, Παναγιώτα Παπαγεωργίου, Ανδρέας Παπαμιχαλόπουλος, Ανδρέας Τσέλεπος. Τον χορό αποτελούν οι Βάρσια Αδάμου, Αλεξία Αλέξη, Μαρία Ιακωβίδου, Χρύσα Νικολάου, Ανδρέας Λουκά, Τάριελ Μπερίτζε.