Για τους φιλέλληνες (Fr. Pouqueville, Th. Blancard, J. Ginouvier, κ.ά.), ήταν η «Bella Greca» και η Ελληνίδα Ιωάννα της Λωραίνης, γυναίκα αξιοθαύμαστη και αξιέραστη, διαπνεόμενη από ατόφια φιλοπατρία, ανιδιοτέλεια, ιδεαλισμό και αυταπάρνηση. Ο Δημήτριος Υψηλάντης την αγάπησε, αλλά επηρεασμένος από τον περίγυρο την απαρνήθηκε και την πλήγωσε. Ο Ιωάννης Κωλέττης και άλλοι προεστοί και οπλαρχηγοί τη φθόνησαν και την πολέμησαν. Ο Ιωάννης Καποδίστριας αναγνώρισε έμπρακτα την προσφορά της. Ο Όθωνας της χορήγησε σύνταξη, αλλά της αρνήθηκε το «αριστείον» και την έγγειο προικοδότηση. Ήταν η Μαντώ Μαυρογένους, μια ρηξικέλευθη γυναίκα και αγωνίστρια, οπωσδήποτε επαναστάτρια. Όσο ζούσε δεν τιμήθηκε δεόντως. Ωστόσο, γυναίκες γενεών που ακολούθησαν την όρισαν ως πρότυπο, ανακαλύπτοντας σε αυτήν μιαφλογερή πατριώτισσα αλλά και μια φεμινίστρια πριν από τον φεμινισμό.
Η Μαντώ (Μαγδαληνή-Αδαμαντία) γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1796 ή 1797. Γονείς της ήταν ο μεγαλέμπορος και πρώην σπαθάριος στη Μολδοβλαχία, Νικόλαος Μαυρογένης και η Ζαχαράτη Αντωνίου Χατζή Μπατή. Το 1809 η οικογένεια επέστρεψε στον τόπο καταγωγής, τις Κυκλάδες. Το 1818, ο πατρικός θάνατος κατέστησε τη Μαντώ και τα 4 αδέλφια της κληρονόμους τεράστιας περιουσίας.

Στη φωτιά της Επανάστασης
Η έναρξη της Επανάστασης, τον Μάρτιο του 1821, βρήκε τη Μαντώ στην Τήνο, μορφωμένη, πολύγλωσση, εμποτισμένη με τα ιδεώδη του Διαφωτισμού και θαυμάστρια των ηρώων της Αρχαίας Ελλάδας. Ποθώντας τη συμβολή στην αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού μετέβη στη Μύκονο. Παρακίνησε τους συμπατριώτες της σε εξέγερση, πρωτοστάτησε στην οργάνωση της άμυνας και χρηματοδότησε τον εξοπλισμό και την επάνδρωση πλοίων. Σύμφωνα με αποδεικτικό (1823), η Μαντώ, ορμώμενη από πατριωτικό ζήλο, στα 1821-1822 αγωνίστηκε στην Πελοπόννησο και συντηρούσε έως και 200 στρατιώτες.
Το 1825, δήλωσε στο Βουλευτικό έτοιμη να θυσιαστεί για την πατρίδα και να εκστρατεύσει με αριθμό στρατιωτών, στρατοπεδεύοντας παραδειγματικά σε επικίνδυνο σημείο. Προσωπικά κίνητρα: Η αγάπη στην πατρίδα, η θρησκευτική πίστη και η δίψα δίκαιης εκδίκησης.
Παράλληλα, αξιοποιώντας παιδεία και επαφές με φιλέλληνες, έγραψε σε Αγγλίδες και Παριζιάνες, αναλύοντας τα αίτια της Επανάστασης και ζητώντας υλική και ηθική συνδρομή των ιδίων και των χωρών τους. Το ύφος της μαρτυρεί οξύνοια και αυτοσυνειδησία: «Μία κόρη μεγαλωμένη σ’ ένα βράχο, θρεμμένη μέσα στη θλίψη, αναπνέοντας τον αέρα του πατριωτισμού, θα ακουσθεί άραγε από ένα πλήθος κυριών βυθισμένων στις απολαύσεις της ζωής; Και δεν κινδυνεύω να γελοιοποιηθώ μιλώντας για την επαναστατημένη ηρωική πατρίδα μου σε γυναίκες που δεν ασχολούνται παρά με τις επαναστάσεις της μόδας;». Εξηγούσε, επίσης, πως ζητούμενο ήταν και ο τερματισμός της συνδρομής στους εχθρούς.

Μαντώ και Δ. Υψηλάντης: Ένας έρωτας που συνεθλίβη
Ο έρωτας ανάμεσα στη Μαντώ και τον Δ. Υψηλάντη γεννήθηκε και συνεθλίβη στις συμπληγάδες της Επανάστασης, των στερεοτύπων και του φθόνου. Εκείνη ήταν πανέμορφη και περιζήτητη. Εκείνος μόνο εύμορφος δεν ήταν, αλλά τους συνέδεαν η αγνή φιλοπατρία, η εντιμότητα, η μόρφωση και η ευγένεια. Συνήψαν σχέση και αρραβωνιάστηκαν ιδιωτικά με τον Υψηλάντη να δεσμεύεται για γάμο μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ωστόσο, η σχέση σκανδάλισε και φόβισε τον περίγυρο, ακόμα και οπαδούς του Υψηλάντη, με συνέπεια τη βίαιη επιστροφή της Μαντώς στη Μύκονο. Ο Υψηλάντης, επηρεασμένος από συκοφαντίες για παράλληλη σχέση, δεν την αναζήτησε.
Άλλωστε, η εχθρότητα πολλών Ελλήνων προς τη Μαντώ είχε εκφραστεί και το 1823, όταν το σπίτι όπου διέμενε λεηλατήθηκε, με τους υπαιτίους να μένουν ατιμώρητοι.
Μαντώ και Ιωάννης Καποδίστριας
Το 1827, έτος κατά το οποίο κυκλοφόρησε στην Ευρώπη η προσωπογραφία της Μαντώς από τον Adam Friedel, η ίδια, έχοντας προσφέρει την προσωπική της περιουσία για τον Αγώνα –γεγονός που την έφερε σε ρήξη με την οικογένεια της– παρέστη στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση, διεκδικώντας και λαμβάνοντας οίκημα προς διαμονή. Με την έλευση του Καποδίστρια, ζήτησε αναγνώριση εκδουλεύσεων και ανταποδοτική συνδρομή για τη διαβίωση της. Ο Κυβερνήτης της προσέφερε τιμητικά τον βαθμό του αντιστρατήγου, επίδομα και την εποπτεία του Ορφανοτροφείου του Ναυπλίου. Η Μαντώ δώρισε στον Καποδίστρια ένα πολύτιμο σπαθί, οικογενειακό κειμήλιο.
Η μικρή σύνταξη και η άρνηση της Πολιτείας στα αιτήματά της
Το 1833, την έλευση του Όθωνα στην Ελλάδα ακολούθησαν διατάγματα και μέτρα για την αποκατάσταση των αγωνιστών. Παρά τις συστάσεις της ειδικής επιτροπής για σεβαστή αποζημίωση, μόνη ανταμοιβή της Μαντώς ήταν μία σύνταξη 38 δραχμών, η οποία, όπως η ίδια τόνισε διαμαρτυρόμενη, κάλυπτε μόνο τα έξοδα της υπηρέτριας της. Αν και πολλαπλάσιο των συνήθων επιδομάτων, το μηνιάτικο ήταν δυσανάλογο με την προσφορά της Μαντώς.
Το 1840, η αγωνίστρια απευθύνθηκε ξανά στον Όθωνα, σκιαγραφώντας την παραγνώριση και ζητώντας, έστω, έγγειο αποζημίωση και το «αριστείον» του αγώνος. Επρόκειτο για το παράσημο (μετάλλιο και δίπλωμα) των αγωνιστών, το οποίο συνοδευόταν από προνόμια: Τιμητική θέση στους δημόσιους εορτασμούς, άδεια οπλοφορίας και εκλογική προτεραιότητα.
Η απάντηση ήταν διπλά αρνητική. Το πρώτο αίτημα απορρίφθηκε διότι η Μαντώ δεν είχε βαθμολογηθεί από τις επιτροπές των προηγούμενων ετών. Το αριστείο θα μπορούσε να απονεμηθεί μόνο εάν τεκμηριωνόταν με επίσημα πιστοποιητικά η ενεργός συμμετοχή στις μάχες. Αν και οι εκδουλεύσεις της αιτούσας ήταν γνωστές, η επεξήγηση πως έπρεπε να αξιολογηθεί «ως θυσιάσασα υπερόγκους χρηματικάς ποσότητας στρατολογήσασα στρατιώτας και εκστρατεύσασα κατά των εχθρών της πατρίδος» δεν έπεισε τους αρμοδίους.
Ακολούθησε νέα επιστολή, το 1841, με τη Μαντώ να επισημαίνει πως η πατρίδα δεν ελευθερώθηκε μόνο από τους άνδρες αλλά και από Ελληνίδες, που πολέμησαν τον εχθρό της πίστης και της πατρίδας. «Δεν ζητώ χάριν, αλλά απαιτώ από τον θρόνον Σου και από την Πατρίδα μου, τα προσωπικά μου δικαιώματα», τόνισε στον Όθωνα. Ωστόσο, ούτε αυτή η επιστολή καρποφόρησε. Η Μαντώ πέθανε απογοητευμένη από την απαξίωση, αλλά ευτυχής, καθώς βίωσε την απελευθέρωση της πατρίδας. Αντίθεση, αλλά η Μαντώ Μαυρογένους ήταν ολόκληρη μια αντίθεση στους στερεοτυπικούς ρόλους, τολμηρή, δοτική και διεκδικητική, φιλελεύθερη και φιλοδίκαιη.

Παραγνώριση και μεταθανάτια
Η τελευταία επιτροπή αξιολόγησης των εκδουλεύσεων των αγωνιστών (1865-1877) κατέταξε αυτοβούλως τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα στην εξαίρετο τάξη. Για τη Μαντώ δεν έπραξε το ίδιο. Ήταν, ακόμη, νωρίς. Γράφοντας γι’ αυτήν στις αρχές του 20ού αιώνα, η Σωτηρία Αλιμπέρτη επισήμανε πως μόλις τότε το όνομα της είχε αρχίσει να αναδύεται από την αφάνεια.
«Ιδού εγώ, Μαντώ η Μαυρογένους
ορθή στην κουπαστή
ξεκαθαρίζω τους λογαριασμούς μου
με την Ιστορία.
Πως με αδίκησαν οι πρωταγωνιστές
και οι Έλληνες του αγώνα οι ιστορικοί
πολύ καλά το ξέρω
κι ο έξω κόσμος όλος το γνωρίζει.
Δεν ήρθα για να δοξαστώ
ήρθα να πολεμήσω για τη λευτεριά
και για το σκλάβο Γένος των Ελλήνων»,
έγραψε η Ελένη Χωρεάνθη στο ποίημα της «Μαντώ Μαυρογένους» (2018), συνοψίζοντας προσφορά και πικρία.
Η Μαντώ Μαυρογένους, ανάμεσα στην Ιστορία, το θέατρο και τον κινηματογράφο
«Και τι έχετε προσφέρει εσείς στον Αγώνα;», παρουσιάζεται, κατά την έναρξη της ταινίας «Μαντώ Μαυρογένους» (1971) να ρωτά την πρωταγωνίστρια δημόσιος υπάλληλος το 1840. Η απάντηση προσφέρεται στο φινάλε, με το υποβλητικό «τι έχω προσφέρει στον Αγώνα εγώ, η Μαντώ Μαυρογένους; Τίποτα!». Με πρωταγωνίστρια την Τζένη Καρέζη, η ταινία –η οποία, βεβαίως, δεν είναι ιστορικό ντοκιμαντέρ– έκοψε πάνω από 200.000 εισιτήρια. Νωρίτερα, το 1959, στο θέατρο «Ακροπόλ» είχε ανέβει το έργο του Γ. Ρούσσου «Μαντώ Μαυρογένους (Προδομένος Λαός)», με πρωταγωνίστρια τη Μαίρη Αρώνη. Το 1974, την «προδομένη» Μαντώ ενσάρκωσε θεατρικά η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Το 1983, το έργο έγινε σίριαλ στην ΕΡΤ με πρωταγωνίστρια την Κάτια Δανδουλάκη. Το 2025, ο Γ. Σμαραγδής, στην ταινία «Καποδίστριας», προέβαλε τόσο την προσφορά της Μαντώς (Μαίρη Βιδάλη) όσο και τη σχέση με τον Κυβερνήτη.
*Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.