Μετά τον θάνατο του Τζέφρι Έπσταϊν το 2019, δύο στενοί συνεργάτες του βρέθηκαν στο επίκεντρο της διαχείρισης της τεράστιας περιουσίας του: ο λογιστής Ρίτσαρντ Καν και ο επί χρόνια δικηγόρος του, Ντάρεν Ίνταϊκ.
Σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ του BBC, παρότι δεν είναι ευρέως γνωστά ονόματα, οι δύο άνδρες έχουν πλέον τον πλήρη έλεγχο των οικονομικών του Έπσταϊν, των αποζημιώσεων προς τα θύματα και των εγγράφων που περιέχουν όσα μυστικά άφησε πίσω του.
Το περιστατικό με το χρηματοκιβώτιο και η πρώτη σκιά
Όταν το FBI εισέβαλε στη βίλα του Τζέφρι Έπσταϊν στη Νέα Υόρκη τον Ιούλιο του 2019, εντόπισε σε χρηματοκιβώτιο διαμάντια, μετρητά, διαβατήρια και ηλεκτρονικά αρχεία. Λόγω διαδικαστικού προβλήματος, οι πράκτορες δεν μπόρεσαν να τα κατασχέσουν άμεσα. Όταν επέστρεψαν, το χρηματοκιβώτιο ήταν άδειο.
Σύμφωνα με τα έγγραφα, ο Καν είχε ζητήσει από το προσωπικό να μεταφέρει το περιεχόμενο σε δύο βαλίτσες και να τις πάρει στο σπίτι του. Αργότερα τις παρέδωσε στο FBI, χωρίς όμως να αποκαλύψει ποιος του έδωσε την εντολή. Ωστόσο, πηγή κοντά στην έρευνα ανέφερε ότι δεν υπήρξε καμία ένδειξη ότι ο Καν είχε ανακριθεί ή διερευνηθεί σχετικά με την ποινική έρευνα για τον Έπσταϊν.
Πώς βρέθηκαν να ελέγχουν τα πάντα
Δύο ημέρες πριν από τον θάνατό του τον Αύγουστο του 2019, ο Έπσταϊν αναθεώρησε τη διαθήκη του και όρισε τον Ίνταϊκ και τον Καν συν-εκτελεστές της περιουσίας του, η οποία εκτιμάται περίπου στα 635 εκατ. δολάρια κατά το θάνατό του. Μετέφερε όλα τα περιουσιακά στοιχεία σε trust που θα διαχειρίζονταν οι ίδιοι.
Από τότε, οι δύο άνδρες διαχειρίζονται εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, καθώς και τα έγγραφα της περιουσίας του Έπσταϊν, τα οποία έχει ζητήσει η Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των ΗΠΑ.
Οικονομικές συναλλαγές και πρόσβαση σε λογαριασμούς
Δικαστικά έγγραφα δείχνουν ότι οι Ίνταϊκ και Καν είχαν εξουσιοδότηση υπογραφής σε σχεδόν όλους τους λογαριασμούς του Έπσταϊν και διαχειρίζονταν πολλές από τις εταιρείες του. Είχαν λάβει εκατομμύρια σε αμοιβές και δάνεια, ενώ αναφορές αναφέρουν ότι πραγματοποιούσαν αναλήψεις μετρητών για λογαριασμό του, ώστε να μην ενεργοποιούνται τραπεζικές ειδοποιήσεις.
Ένα από τα θύματα δήλωσε ότι οι δύο άνδρες έχουν ερωτήσεις να απαντήσουν σχετικά με το τι γνώριζαν για την «επιχείρηση» του Έπσταϊν, σημειώνοντας ότι η παρακολούθηση των χρημάτων μπορεί να δείξει πώς λειτουργούσε όλο αυτό το δίκτυο.
Οι δύο άνδρες αρνούνται οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια και δεν αντιμετωπίζουν ποινικές διώξεις.

Οι κατηγορίες για εξαναγκαστικούς γάμους
Στην υπόθεση που κατατέθηκε στα δικαστήρια των αμερικανικών Παρθένων Νήσων -όπου ο Έπσταϊν διέθετε ιδιωτικό νησί και είχε καταχωρήσει πολλές από τις εταιρείες του- και η οποία έχει πλέον διευθετηθεί, αναφέρεται ότι οι Ίνταϊκ και Καν «γνώριζαν και διευκόλυναν» γάμους μεταξύ Αμερικανών και ξένων γυναικών, ώστε τα θύματα να παραμείνουν στις ΗΠΑ και να συνεχιστεί ο έλεγχος του Έπσταϊν πάνω τους.
Σύμφωνα με τα έγγραφα, οι δύο άνδρες φέρονται να είχαν αναλάβει τη νομική και λογιστική διαδικασία για αυτούς τους γάμους. Οι ίδιοι αρνούνται τις κατηγορίες.

Η διαχείριση των αποζημιώσεων προς τα θύματα
Ως εκτελεστές της περιουσίας, ο Ίνταϊκ και ο Καν συμφώνησαν στη δημιουργία του Προγράμματος Αποζημίωσης Θυμάτων του Έπσταϊν. Περισσότερες από 130 γυναίκες έλαβαν συνολικά 121 εκατομμύρια δολάρια, ενώ άλλες αξιώσεις διευθετήθηκαν ξεχωριστά.
Στις συμφωνίες περιλαμβάνονταν όροι που απέτρεπαν όσες αποδέχονταν τα χρήματα να κινηθούν νομικά εναντίον τους προσωπικά, ενώ ορισμένες αξιώσεις παραμένουν ακόμη σε εκκρεμότητα.
Παράλληλα, δικαστικά έγγραφα αναφέρουν ότι ενέκριναν την απελευθέρωση κεφαλαίων για νομικά έξοδα συνεργατών του Έπσταϊν, κάτι που οι ίδιοι αρνούνται.

Η έρευνα συνεχίζεται
Η Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής κάλεσε τους δύο άνδρες να καταθέσουν, ζητώντας απαντήσεις για τον ρόλο τους και για το τι γνώριζαν σχετικά με τις δραστηριότητες του Έπσταϊν. Ο Καν εμφανίστηκε ενώπιόν της την Τετάρτη 11 Μαρτίου, ενώ ο Ίνταϊκ αναμένεται να καταθέσει την Πέμπτη 19 Μαρτίου.
Τι κατέθεσε ο Καν
Σύμφωνα με το αμερικανικό ειδησεογραφικό δίκτυο NPR, η κατάθεση του πρώην λογιστή του Τζέφρι Έπσταϊν, Ρίτσαρντ Καν, ενώπιον της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων έγινε κεκλεισμένων των θυρών και επικεντρώθηκε στον ρόλο του στη διαχείριση των οικονομικών του Έπσταϊν. Ο Καν, που εργαζόταν ως λογιστής του από το 2005 μέχρι τον θάνατό του το 2019, δήλωσε ότι δεν γνώριζε για τις σεξουαλικές κακοποιήσεις και το δίκτυο διακίνησης γυναικών που αποδίδονται στον Έπσταϊν και ότι λυπάται αν τον βοήθησε άθελά του. Υποστήριξε ότι ποτέ δεν είδε περιστατικά κακοποίησης ούτε έλαβε καταγγελίες, ενώ ανέφερε ότι πίστεψε την εξήγηση του Έπσταϊν, μετά τη σύλληψή του το 2006, ότι επρόκειτο για «λάθος».
Κατά την κατάθεση αναφέρθηκε επίσης ότι ο Καν διαχειριζόταν για χρόνια τις οικονομικές δραστηριότητες του Έπσταϊν μέσω της εταιρείας του, και ότι υπήρχαν πέντε βασικοί πελάτες που πλήρωναν χρήματα στον Έπσταϊν για οικονομικές υπηρεσίες. Παράλληλα, Δημοκρατικοί βουλευτές της επιτροπής αμφισβήτησαν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του, υποστηρίζοντας ότι η μακροχρόνια συνεργασία του με τον Έπσταϊν καθιστά δύσκολο να μην είχε γνώση των δραστηριοτήτων του. Στην κατάθεση συζητήθηκαν επίσης ορισμένες αμφιλεγόμενες ενέργειες του Καν, όπως η διευκόλυνση ενός εικονικού γάμου και η εκπροσώπηση του Έπσταϊν σε επικοινωνίες με τράπεζες.