Επαναπατρίστηκε εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου, η οποία μεταφέρθηκε από την Κύπρο στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1974 από πιλότο της Βασιλικής Αεροπορίας. 

Την εικόνα παρέλαβε την Πέμπτη κατά τη διάρκεια σεμνής συνάντησης στην Αρχιεπισκοπή Κύπρου ο Επίσκοπος Καρπασίας Χριστοφόρος, εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου Β’.

Την εικόνα παρέδωσε στον Επίσκοπο Χριστοφόρο η ιστορικός τέχνης, Μαρία Παφίτη, η οποία αντιπροσώπευσε τόσο τον ανώνυμο δωρητή (πρώην κάτοχο), όσο και τον Μαρκ- Αντρέ Ρενόλ, καθηγητή του Δικαίου της Τέχνης και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και κάτοχο της έδρας της UNESCO στο Δίκαιο της Διεθνούς Πολιτιστικής Κληρονομιάς, με τον οποίο συνεργάστηκε για τον επαναπατρισμό της παρούσας εικόνας. Παρόντες στην παράδοση ήταν ο γραμματέας του αρχιεπισκοπικού γραφείου, Μιχάλης Παύλου, ο διάκονος Μιχάλης Νικολάου, ο Βυζαντινολόγος Χριστόδουλος Χατζηχριστοδούλου και ο Δήμος Δήμου, οικονομικός διευθυντής της Αρχιεπισκοπής.

Ο διακανονισμός επιστροφής της εικόνας στην Κύπρο και η παράδοσή της από τον Άγγλο κάτοχο πραγματοποιήθηκε σε τελετή που έλαβε χώρα στην Ακαδημία Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Γενεύη τον περασμένο Φεβρουάριο. Η εικόνα μεταφέρθηκε στην Κύπρο πρόσφατα. 

Η εικόνα εξήχθει παράνομα από έναν πιλότο της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας, ο οποίος υπηρετούσε στην Κύπρο το 1974 κατά την Τουρική εισβολή. Ο γιος του αείμνηστου αξιωματικού θεώρησε σωστό να επιστρέψει την εικόνα στον τόπο προέλευσής της.

Ο κάτοχος, που επέλεξε να διατηρήσει την ανωνυμία του, δεν έχει χρηματικές ή άλλες αξιώσεις, αλλά έθεσε ως μόνους όρους, α) την επιστροφή της εικόνας στο νόμιμο κάτοχό της, δηλαδή στην Εκκλησία της Κύπρου, και β) να μην επωφεληθεί κανείς οικονομικά από τον επαναπατρισμό της. Από σήμερα η εικόνα βρίσκεται στη φύλαξη της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου.

Για την αποκατάσταση της εικόνας, ο Βρετανός κάτοχος συνεργάστηκε με τον Μαρκ- Αντρέ Ρενόλ, καθηγητή του Δικαίου της Τέχνης και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και κάτοχο της έδρας της UNESCO στο Δίκαιο της Διεθνούς Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Με τη σειρά του, ο καθηγητής Ρενόλ ήρθε σε επαφή με την ιστορικό τέχνης Μαρία Παφίτη, γνωστή για την εμπλοκή της σε πολλές υποθέσεις επαναπατρισμού λεηλατημένης τέχνης από την Κύπρο, μεταξύ των οποίων το εξαιρετικό ψηφιδωτό του Αγίου Ανδρέα του 6ου αιώνα από την εκκλησία της Παναγίας Κανακαριάς. Η Μαρία Παφίτη ενημέρωσε τον Αρχιεπίσκοπο και συντόνισε τη διαδικασία για την επιστροφή της εικόνας στην Κύπρο.

«Αν η εικόνα αυτή μπορούσε να μιλήσει, θα είχε να πει μια μεγάλη ιστορία για τη δημιουργία της και για τη χαρά που πρόσφερε σε πολλές γενιές πιστών» αναφέρει σε δήλωσή του ο ανώνυμος δωρητής. «Θα έλεγε επίσης για τις θλίψεις του κόσμου, τη σύγκρουση και τον εκτοπισμό σε μια άλλη χώρα για πολλά χρόνια. Αυτή η εικόνα του Αγίου Ιωάννη παρέμεινε κρυμμένη σε ένα κουτί για χρόνια και μου φαινόταν όυι πήγαινε χαμένη. Η επανένωσή της με τους ανθρώπους που πραγματικά εκτιμούν αυτό που αντιπροσωπεύει είναι ό,τι καλύτερο για όλους τους ενδιαφερόμενους» προσθέτει. 

«Είναι υπέροχο που ξεκινούμε το έργο της νέας πλατφόρμας για τη διπλωματία της πολιτιστικής κληρονομιάς του Πανεπιστημίου της Γενεύης με μια τόσο ωραία υπόθεση» σημειώνει από την πλευρά του ο καθηγητής Ρενόλ. «Η διαδικασία ήταν ομαλή και διαφανής, χάρη στη σαφή επιθυμία του δωρητή να ‘κάνει το σωστό’ και στην αποτελεσματικότητα και την τεχνογνωσία της κυρίας Μαρίας Παφίτη, χωρίς την οποία αυτή η αποκατάσταση δεν θα ήταν δυνατή. Ελπίζω επίσης ότι αυτή η υπόθεση θα είναι η πρώτη από τις πολλές, είτε πρόκειται για έργα υψηλής ή μέτριας αξίας, αλλά σε κάθε περίπτωση μεγάλης σημασίας για τις κοινότητες και τα άτομα με τα οποία σχετίζονται».

«Αισθάνομαι προνομιούχα που συμμετείχα στον επαναπατρισμό αυτής της εικόνας» δηλώνει από την πλευρά της η Μ. Παφίτη. «Η αποψινή τελετή σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της εξαιρετικής συνεργασίας μεταξύ του ανώνυμου δωρητή, ο οποίος πήρε την πρωτοβουλία να επιστρέψει την εικόνα στο Εκκλησία της Κύπρου, του καθηγητή Μαρκ- Αντρέ Ρενόλ και της ομάδας του στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης που επέλεξαν να συνεργαστούν μαζί μου και επίσης φύλαξαν την εικόνα καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, καθώς και του Μακαριωτάτου Αρχιεπίσκοπου Χρυσόστομου Β’, ο οποίος μας συμβούλευσε με σύνεση όλον αυτό τον καιρό». Σύμφωνα με την ίδια, η εικόνα είναι μεν κυπριακής προέλευσης, αλλά αποτελεί μέρος της παγκόσμιας συλλογικής κληρονομιάς. «Ο επαναπατρισμός της είναι λόγος γιορτής, αλλά και περισυλλογής για τα χιλιάδες έργα τέχνης που διακινούνται παράνομα. Εμείς, όλοι οι πολίτες, μπορούμε να συμβάλουμε στην ανάσχεση αυτού του μεγάλου, παγκόσμιου εγκλήματος».

 

Η εικόνα είναι ζωγραφισμένη σύμφωνα με τη βυζαντινή παράδοση. Απεικονίζει τον Άγιο, με ατημέλητα μαλλιά και γένια, ντυμένο με δέρμα ζώου και ένα σκουρόχρωμο ιμάτιο, σε όψη τριών τετάρτων.  Υψώνει το δεξί του χέρι σε ευλογία και κρατά ειλητάριο όπου αναγράφεται ο στίχος 4:17 από το ευαγγέλιο του Ματθαίου. Ο Άγιος Ιωάννης στρέφει το βλέμμα του στο λαμπερό ουράνιο τμήμα, της επάνω αριστερής γωνίας, από όπου αναδύεται το χέρι του Χριστού. Στο προσκήνιο του βραχώδους τοπίου ο θεατής βλέπει το κομμένο κεφάλι του Αγίου.