Περπατήσαμε στην αρχαία Σαλαμίνα, περιηγηθήκαμε στους βασιλικούς τάφους της νεκρόπολης, επισκεφθήκαμε το μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα, τις βασιλικές της Καμπανόπετρας και του Αγίου Επιφανίου, φωτογραφίσαμε το αρχαίο θέατρο, τα αγάλματα θεών, τα ψηφιδωτά και τα χρωματιστά μάρμαρα στα δάπεδα. Ταξιδέψαμε πολλούς αιώνες πίσω με οδηγό την αρχαιολόγο και ιστορικό τέχνης Άννα Μαραγκού.
ΤΕΛΗ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΑΛΑΜΙΝΑ, το πιο σημαντικό αρχαίο βασίλειο της Κύπρου, με αφετηρία τον χώρο στάθμευσης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Το πούλμαν με την Άννα Μαραγκού είναι γεμάτο με 50 περίπου άτομα, φοιτητές της Αρχαιολογίας, καθηγητές, δασκάλους και άλλους. Ανάμεσα τους και κάποιοι ξένοι οι οποίοι ενδιαφέρονται να γνωρίσουν την αρχαία Σαλαμίνα από μια αρχαιολόγο και ιστορικό τέχνης η οποία γνωρίζει σπιθαμή προς σπιθαμή κάθε γωνιά της κατεχόμενης γης. Οι περιηγήσεις του «Historic Cyprus» με την Άννα Μαραγκού είναι συγκλονιστικές για όσους επισκέπτονται για πρώτη φορά κατεχόμενα μέρη που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να δουν από κοντά. Ακόμη κι αυτοί που έχουν επισκεφθεί ήδη κάποια μέρη, κάθε φορά μαθαίνουν και ανακαλύπτουν κάτι καινούργιο. Από τη στιγμή που ξεκινά το πούλμαν, η Άννα μάς ταξιδεύει δεκαετίες πίσω και ξεδιπλώνει μέσα από ζωντανές αφηγήσεις την ιστορία της Κύπρου και των ανθρώπων της κάθε περιοχής. Βέβαια, περνώντας το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου η περιήγηση δεν είναι εύκολη. Στη διαδρομή τα τουρκικά μνημεία με τις σημαίες, οι πινακίδες με τα ονόματα των χωριών μας στα τουρκικά και οι μιναρέδες που ξεφυτρώνουν συνεχώς μας υπενθυμίζουν με κάθε τρόπο την κατοχή.
ΚΑΘΩΣ ΔΙΑΣΧΙΖΟΥΜΕ ΤΗ ΜΕΣΑΟΡΙΑ, η Άννα μας λέει ότι αυτή η περιήγηση είναι η πιο αγαπημένη της. Νιώθει σαν να αποκαλύπτει ένα κομμάτι από την ψυχή της. Σαν Βαρωσιώτισσα, τη Σαλαμίνα τη γνωρίζει από τα παιδικά της χρόνια. Θυμάται ότι εδώ ερχόταν συχνά με την οικογένειά της από το 1963. «Ο πατέρας μου Γιώργος Μαραγκός ήταν πρόεδρος των αρχαιόφιλων και ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε την Ιστορία. Μεγαλώσαμε σ’ ένα περιβάλλον που μας έδωσε πολλά ερεθίσματα και μας έμαθε να αγαπούμε την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου. Πηγαίναμε βόλτα στην παραλία της Σαλαμίνας και συνήθως, την Καθαρά Δευτέρα, όλη η οικογένεια ερχόταν εδώ. Τότε υπήρχαν μόνο οι κολώνες, η παλαίστρα του Γυμνασίου και τα λουτρά. Με την αδερφή μου τη Νίκη βρίσκαμε νομίσματα και άλλα αρχαία θραύσματα. Έπειτα, στη διάρκεια των σπουδών μου, επέστρεφα τα καλοκαίρια στη Σαλαμίνα και παρακολουθούσα τις ανασκαφές από τον Βάσο Καραγιώργη. Αρχίζαμε από τα χαράματα και όταν τελειώναμε κάναμε μαθήματα κυπριακής κεραμικής».

ΠΕΠΟΙΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ η αρχαιολογία δεν είναι για να τη χαίρονται μόνο οι αρχαιολόγοι. Πιστεύει ότι είναι πολύ σημαντικό να αγαπήσει ο κόσμος τον πολιτισμό, την αρχαιολογία και την Ιστορία. Και αυτό προσπαθεί να κάνει η ίδια μέσα από τις περιηγήσεις της στα κατεχόμενα. «H Έγκωμη ήταν πολιτεία της Eποχής του Xαλκού και το λιμάνι από το οποίο εξαγόταν ο χαλκός της Kύπρου. H Σαλαμίνα, η συνέχεια της Έγκωμης, είναι η ζώσα μνήμη της άφιξης των Eλλήνων στο νησί μετά τον Τρωικό πόλεμο, μια κατ’ εξοχήν ελληνική πόλη που έλαμψε στην αρχαιότητα κάτω από Πέρσες και Aσσύριους, τους Πτολεμαίους ως Aρσινόη, τους Pωμαίους και στη συνέχεια τους Bυζαντινούς ως Kωνσταντία. Bασιλικοί τάφοι με πλούσια κτερίσματα, όπως ακριβώς περιγράφει ο Όμηρος στην Iλιάδα, ένα ρωμαϊκό θέατρο, Γυμνάσια, Λουτρά, και δυο από τις πιο μεγάλες και σημαντικές βασιλικές της Kύπρου. Eίναι μια μοναδική συνάντηση και εμπειρία με την αρχαία και βυζαντινή Ιστορία της Kύπρου, αλλά και της ανατολικής Mεσογείου», σημειώνει η Άννα Μαραγκού.

Μέσα από τις παραστατικές αφηγήσεις της γυρίζει τον χρόνο πίσω, αρχές της δεκαετίας του ’60, τότε που ο Βάσος Καραγιώργης στα 23 του είχε αρχίσει να ανασκάπτει τη Σαλαμίνα. Προτού ξεκινήσει ο ίδιος την έρευνά του, είχαν προηγηθεί ανασκαφές των Βρετανών στον χώρο από το 1890. Ωστόσο, οι πιο σημαντικές αποκαλύψεις έγιναν από το Τμήμα Αρχαιοτήτων μεταξύ 1957 και 1974. Η έρευνα της ομάδας του Καραγιώργη έφερε πρώτα στο φως τη ρωμαϊκή πόλη. Η Άννα μάς εξηγεί ότι πιο βαθιά είναι η Ελληνιστική, η Κλασσική, και η Αρχαϊκή Σαλαμίνα που περιλαμβάνει τους Ασσύριους, τους Αιγύπτιους και τους Πέρσες. Στη διάρκεια της περιήγησης μας μιλά για την αγωνία της για τον τόπο ως Βαρωσιώτισσα. «Καταλαβαίνατε το δράμα εμάς των Βαρωσιωτών. Πρώτα ήταν η Έγκωμη, μετά η Σαλαμίνα, έπειτα η Αρσινόη. Και όταν καταστρέφεται, έρχεται ο βυζαντινός αυτοκράτορας και δημιουργεί την Κωνσταντία – οι αραβικές επιδρομές διώχνουν τον κόσμο και δημιουργείται η μεσαιωνική Αμμόχωστος μέχρι το 1571, οπόταν και πάλι ο κόσμος εκδιώκεται. Τέλος δημιουργείται η Αμμόχωστος, και σήμερα μας ζητούν και πάλι να φύγουμε».

Η ΣΥΛΗΣΗ ΣΤΗ ΝΕΚΡΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα και σε μεγαλύτερη κλίμακα απ’ ό,τι στον χώρο της πόλης. Πολλοί από τους κατοίκους των γειτονικών χωριών, κατέστρεψαν εκατοντάδες τάφους που μπορούσαν εύκολα να επισημανθούν κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Τα «αμέτρητα και πολύτιμα κοσμήματα» που είχαν έρθει στο φως από τους τάφους αυτούς είχαν ήδη εντυπωσιάσει τους περιηγητές του Μεσαίωνα. «Αυτοί ιδιαίτερα οι λόγιοι είχαν επίσης γοητευθεί από το όνομα της Σαλαμίνας, μιας πόλης που είχε ιδρυτή τον Τεύκρο, έναν ήρωα του Τρωικού πολέμου, και βασιλιά τον Ευαγόρα, ενώ ήταν επίσης γενέτειρα του Αποστόλου Βαρνάβα, του ιδρυτή της Εκκλησίας της Κύπρου», γράφει ο Βάσος Καραγιώργης στο βιβλίο «Ανασκάπτοντας τη Σαλαμίνα της Κύπρου 1952-1974».
Καθώς η Άννα Μαραγκού στέκεται σε μια δεξαμενή των Λουτρών της Σαλαμίνας, μας λέει ότι θεωρεί τον Βάσο Καραγιώργη ως έναν από τους ανθρώπους που δημιούργησαν τη «ραχοκοκκαλιά» της Κύπρου με τα όσα πρόσφερε μέσα από το ανασκαφικό του έργο. Τονίζει όμως πόσο σημαντική ήταν η δουλειά που έκαναν οι άνθρωποι που εργάστηκαν στις ανασκαφές, κυρίως οι γυναίκες των γύρω χωριών. Οι περισσότεροι από τους εργάτες ήταν γυναίκες επειδή η αμοιβή τους ήταν χαμηλότερη από των ανδρών. Σκέφτομαι πόσοι τυχερές ήταν αυτές οι εργάτριες όταν, αφαιρώντας με πολύ κόπο τις στρώσεις άμμου, πήραν στα χέρια τους το κεφάλι της Αφροδίτης, το άγαλμα του Μελεάγρου, του Απόλλωνα Κιθαρωδού και τόσα άλλα. Η Άννα ωστόσο υπογραμμίζει πόσο επίπονη και δύσκολη δουλειά ήταν η μετακίνηση χιλιάδων τόνων άμμου για να φθάσουν στα ερείπια των μνημείων. Μάλιστα, κάποια στιγμή οι εργάτριες και οι εργάτες έκαναν διήμερη απεργία σε μια προσπάθεια να βελτιωθούν οι συνθήκες εργασίας. Διαμαρτυρία οργάνωσαν και οι κάτοικοι των γύρω χωριών όταν ξεκίνησαν οι ανασκαφές, επειδή στην περιοχή μάζευαν αγρέλια και μανιτάρια. Σε μια από τις φωτογραφίες του βιβλίου «Ανασκάπτοντας τη Σαλαμίνα της Κύπρου» του Καραγιώργη, βλέπουμε γυναίκες της δεκαετίας του ’60 να κοιμούνται, σε μια μεσημεριανή ανάπαυλα από τον κάματο, σε μια δεξαμενή των Λουτρών σκεπασμένη με άμμο. Το θέατρο, η παλαίστρα, τα Λουτρά, το Γυμνάσιο ήταν καλυμμένα από τόνους άμμου.

ΤΟ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΣΚΑΦΩΝ ΑΦΟΡΟΥΣΕ τη «Βασιλική Νεκρόπολη» της Σαλαμίνας και την αποκάλυψη των τάφων του 8ου και του 7ου αιώνα π.Χ. Τα κτερίσματα των τάφων και τα έθιμα ταφής ήταν τα ίδια με αυτά που περιγράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Στην επίσκεψή μας στον τάφο 1, βλέπουμε στην είσοδο τα οστά ενός αλόγου, προστατευμένα σε μια πρόχειρη γυάλινη κατασκευή. Οι θυσίες αλόγων, μας εξηγεί η Άννα, αναφέρονται στην 23η ραψωδία της Ιλιάδας. Είναι μια συγκλονιστική εικόνα όπου το άρμα παίρνει τον νεκρό μέσα σε έναν μυκηναϊκό τάφο, με τον μεγάλο δρόμο. Τα ταφικά δωμάτια είχαν συληθεί από τους αρχαιοκάπηλους. Ωστόσο οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως και άλλα σημαντικά αντικείμενα. Ορισμένα από αυτά μεταφέρθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Λευκωσίας και άλλα στο Μουσείο της Αμμοχώστου. Στο Κυπριακό Μουσείο εκτίθεται ο συντηρημένος ξύλινος θρόνος και ένα κρεβάτι από τον δρόμο του Τάφου 79. Τα δύο αυτά αντικείμενα που αποκαταστάθηκαν με μεγάλη μαεστρία φέρουν πλάκες από σκαλισμένο ελεφαντόδοντο.

ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ, το οποίο είχε μετατραπεί σε Λουτρά κατά την Παλαιοχριστιανική περίοδο, αποκαλύφθηκαν αγάλματα, ενεπίγραφες πλάκες και βάσεις αγαλμάτων, νομίσματα και άλλα. Οι χριστιανοί διαχειριστές των Λουτρών έκοψαν τα γεννητικά όργανα του Απόλλωνα, όπως έκαναν και με άλλα αγάλματα ανδρών. Ανάλογες ζημιές είχαν υποστεί και τα αγάλματα της Αφροδίτης: Τα στήθη είχαν σφυροκοπηθεί και οι ειδωλολατρικές επιγραφές είχαν αποξεσθεί.
Η περιήγησή μας στην αρχαία Σαλαμίνα περιλάμβανε επίσκεψη στο μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα, στη Βασιλική της Καμπανόπετρας και τη Βασιλική του Αγίου Επιφανίου. Η Άννα μάς λέει ότι μετά το 1974 οι ανασκαφές συνεχίζονται με αποστολές αρχαιολόγων από την Τουρκία. Η ίδια πιστεύει πως θα έπρεπε να συνεργαστούμε μαζί τους και στις ανασκαφές για τη Σαλαμίνα, όπως συνεργαστήκαμε με τους Τουρκοκύπριους για την αναστήλωση μνημείων στα κατεχόμενα μέσω της Δικοινοτικής Τεχνικής Επιτροπής για την Πολιτιστική Κληρονομιά.
Ο Βάσος Καραγιώργης, πάντως, μας είχε τονίσει σε συνέντευξή του ότι μέχρι το 1974 οι ανασκαφές από το Τμήμα Αρχαιοτήτων άγγιξαν μόνο την επιφάνεια της Σαλαμίνας. «Η Σαλαμίνα των ελληνιστικών και των κλασικών χρόνων, του Ευαγόρα, του Ονήσιλου, του Τεύκρου, είναι εκεί και περιμένει τον ανασκαφέα», είχε σχολιάσει. Ο ίδιος είχε προτείνει τη δημιουργία ενός είδους «Ερυθρού Σταυρού» για τις αρχαιότητες που να υπάγεται στην ΟΥΝΕΣΚΟ, μια πρόταση που όμως δεν βρήκε ανταπόκριση.

Η ανακάλυψη του αρχαίου θεάτρου της Σαλαμίνας
Σε μια συνέντευξή του, που μου έδωσε έναν χρόνο προτού πεθάνει, ο Βάσος Καραγιώργης μου είχε πει ότι τα καλύτερα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στη διάρκεια των ανασκαφών στη Σαλαμίνα. Μιλώντας για την ημέρα που ανακάλυψε το αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας περιγράφει: «Ένα πρωί που έκανα περίπατο στο δάσος της Σαλαμίνας, βρέθηκα μπροστά σε ένα αφύσικο κοίλωμα. Υπέθεσα ότι πρόκειται για θέατρο. Σκάψαμε με δυο εργάτες μια μικρή τάφρο και βεβαιωθήκαμε. Η ανασκαφή έφερε στο φως το κοίλο του θεάτρου, τη σκηνή. Το αρχαίο αυτό θέατρο θεωρήθηκε σπουδαίο για την περιοχή και αποτέλεσε άλλο ένα σημαντικό μνημείο στον αρχαιολογικό χώρο της Σαλαμίνας». Οι Αμμοχωστιανοί δέχθηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό την είδηση της ανακάλυψης, όπως και τη δυνατότητα να ανεβάζονταν εκεί θεατρικά έργα και να γίνονταν διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις. «Εκείνη την περίοδο, το 1960-61, η Κύπρος μόλις είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Ο κόσμος ήθελε να μάθει περισσότερα για την εθνική του ταυτότητα, έτσι η Σαλαμίνα έγινε ένα εθνικό σύμβολο. Εκεί οι μαθητές του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου διδάχθηκαν αρχαίες τραγωδίες και εκεί έπαιξε το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδος», μου είχε πει.
Ελεύθερα 1.1.2023