Η πορεία του σπουδαίου Κύπριου φωτογράφου, που έφυγε πρόσφατα, μέσα από τα φωτογραφικά του λευκώματα.

Τη φωτογραφία δεν την «παίρνεις» (take) όπως λένε οι αγγλοσάξονες, ούτε την «τραβάς» όπως συνηθίζουμε να λέμε εμείς: στην πραγματικότητα τη φτιάχνεις. Ή θα μπορούσε να πει κανείς ότι τη «δανείζεσαι». Με πρώτες ύλες το φως και τον χρόνο, ο Μενέλαος Πήττας (1958-2022) έλιωσε πολλά ζευγάρια παπούτσια ψάχνοντας για την τέλεια εικόνα. Και δεν την έψαχνε στον ουρανό, αλλά στη γη· τη γη που τον γέννησε.

Παραδίδοντας το «ύστατο κλικ» έθεσε απρόσμενα και πρόωρα το τέλος μιας πορείας 37 και πλέον χρόνων στην υπηρεσία της φωτογραφικής τέχνης. Στην πορεία αυτή, που άρχισε κατά τα φοιτητικά του χρόνια με εξοπλισμό που του έδωσε ο αδερφός του, δημιούργησε πολλά ταξίδια στον χρόνο με την τεκμηριογραφική, οντολογική αλλά και εθνογραφική αποτύπωση εικόνων που περιείχαν αυτό που ο Ρόμπερτ Φρανκ αποκαλούσε «ανθρωπιά της στιγμής».

Ο χρόνος για τον Μενέλαο –Μελή για τους φίλους- «πάγωσε» οριστικά στις 18 Νοεμβρίου, ωστόσο πρόφτασε να παραδώσει ένα σπουδαίο έργο, σαν παρατεταμένη ανάμνηση και σαν κληρονομιά: απαθανατίζοντας στιγμές ζωής που κατά βάση ανήκουν συνήθως σε μια εποχή που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Οι επιρροές του εκτείνονταν από τη φωτογραφία τεκμηρίωσης, μέχρι την παρατήρηση στιγμιοτύπων της αστικής ζωής και της σκηνοθετημένης σύνθεσης. Κυριότερα, όμως, κατέγραψε με τον φακό του την Κύπρο που αλλάζει, σε ό,τι αφορά το ανθρωπογενές αλλά και το φυσικό περιβάλλον. 

 

Πέρα από τις συμμετοχές σε εγχώριες και διεθνείς εκθέσεις, διοργανώσεις και φεστιβάλ, η μεγάλη του παρακαταθήκη είναι τα φροντισμένα φωτογραφικά λευκώματα που εξέδιδε με μεθοδική συνέπεια από το 1995 είτε από τον δικό του εκδοτικό οίκο, είτε σε συνεργασία με πολιτιστικά ιδρύματα. «Δημιουργείται μια καψούλα στον χρόνο όταν ολοκληρώνεις μια έκδοση η οποία ταξιδεύει μόνη της και βρίσκει τον δρόμο της» συνήθιζε να λέει.

Η πρώτη «καψούλα» αυτού του είδους ήταν η έκδοση «Ό,τι σου απόμεινε». Χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες, τα πουλιά, τα σκιάχτρα, τα νεκροταφεία αυτοκινήτων και τα εγκαταλελειμμένα μεταλλεία, η συλλογή αποτυπώνει την αντίληψη ότι οι καιροί στη Κύπρο αλλάζουν με γρήγορο ρυθμό. Κυριολεκτικά από τα πρώτα του βήματα, επέδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία για τη βιοποικιλότητα. Όντας φωτογράφος του Ορνιθολογικού Συνδέσμου κατέγραφε λαβωμένα πουλιά που έφταναν για περίθαλψη. Τα σκιάχτρα- κούκλες χρησιμοποιούνταν στα ορεινά χωριά, αλλά μαζί με τα πουλιά είναι πλέον κι αυτά είδη απειλούμενα με εξαφάνιση. Τα νεκροταφεία αυτοκινήτων αποτελούν μνημεία της καταναλωτικής νοοτροπίας, ενώ τα εγκαταλειμμένα μεταλλεία της ασυδοσίας και απληστίας των ανθρώπων. 

 

Η αγάπη του για τη φύση αποτυπώθηκε και στις επόμενες δύο εκδόσεις «Ο μικρός κόσμος της Κύπρου» και «Το δέντρο που δάκρυζε». Ο πρώτος δημιουργήθηκε από τις εξορμήσεις με τα παιδιά του, που μετατράπηκαν σε παιχνίδι εξερεύνησης της κυπριακής υπαίθρου. Το «Δέντρο που δάκρυζε» (2003) ξεκίνησε από βόλτες ανάμεσα σε δέντρα και φυλλωσιές όπου άρχισαν να του αποκαλύπτονται αλλόκοτες μορφές, κυρίως πάνω στο ρετσίνι των «πληγωμένων» κορμών και τον έκαναν να νιώσει ότι κατάφερε να μιλήσει την ξεχασμένη «γλώσσα» των δέντρων. 

 

Το 2003 εξέδωσε το φωτογραφικό λεύκωμα «Εικονολατρεία» το οποίο συνδυάστηκε με έκθεση στη Φωτοδό. Στη σειρά αυτή ερεύνησε το φως, τη συμβολικότητα και τη μεταφυσική δυναμική των βυζαντινών εικόνων, αλλά και εικόνων θρησκευτικού περιεχομένου που συνάντησε σε γιορτές και συναξάρια. Παράλληλα, κατέγραψε ήρωες αποτυπωμένους στη συλλογική μνήμη.  

 

Μια από τις πιο καθοριστικές του δουλειές ήταν η έκδοση «Θείες» (2006) που παρουσιάστηκε μαζί με έκθεση στο ίδρυμα ARTos. Είναι μια καταγραφή εννιά γυναικών που είχαν μεγάλη σημασία στη ζώη του, περιδιαβάζοντας αντίστροφα τη ζωή τους και ταξιδεύοντας ενίοτε μέχρι και τρία τέταρτα του αιώνα πίσω. Η δουλειά αυτή τον βοήθησε να καταλήξει σε μια νέα θεώρηση σχετικά με την ουσία της φωτογραφίας την οποία θα αποκαλούσε «σχέση αγάπης και θανάτου». 

 

Το 2008 παρουσιάστηκε το λεύκωμα «Εμφιαλωμένη μνήμη», με ανατρεπτικές φωτογραφίες βιομηχανικών προϊόντων συνταιριασμένων με αποκόμματα τύπου της περιόδου. Δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε η έκδοση «Των πατέρων υμών», μια άτυπη συνέχεια της έκδοσης «Θείες». Εκεί προσκάλεσε φίλους του να συγγράψουν ένα κείμενο για τους πατέρες τους το οποίο συνοδεύτηκε με φωτογραφίες από τα προσωπικά τους φωτογραφικά άλπουμ.  

 

Το 2015 ήρθε και ο «Δρομέας», με κεντρικό ήρωα τον ούτω καλούμενο «Κύπριο εξωγήινο» Χριστάκη, μια απενοχοποιημένη έκδοση που ο Νίκος Φιλίππου χαρακτήρισε ως «την πιο εκκεντρική διαδικασία αυτοφωτογραφίσης που έγινε ποτέ σε αυτό τον τόπο». 

 

Ο κύκλος έκλεισε το 2018 με τη συμμετοχή του Μενέλαου Πήττα στην έκθεση «Αγωνίες» για το ζωγράφο Αδαμάντιο Διαμαντή που παρουσιάστηκε σε παράλληλη έκθεση και έκδοση από το ίδρυμα Λεβέντη με τον τίτλο «Ο μικρόκοσμος του Αδ. Διαμαντή». Ήταν το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης φωτογραφικής καταγραφής του αρχείου του ζωγράφου στο σπίτι του στην οδό Ονασαγόρου στη Λευκωσία, εντοπίζοντάς το σε συρτάρια, ερμάρια και ντουλάπες. 

 

Όπως έκανε στο μεγαλύτερο μέρος της φωτογραφικής του διαδρομής, φωτογράφιζε στιγμές προσθέτοντας στρώματα χρόνου. Και η μεγαλύτερη επιθυμία του ήταν να αφήσει πίσω του ένα αρχείο από υλικό και ερεθίσματα που αφορούν την Κύπρο. Όπως κι έγινε.

Ελεύθερα, 28.11.2022